Μου κρατούσες τα χέρια, τα δάχτυλα για χιλιόμετρα μεσα στο επαρχιακό ΚΤΕΛ και μου λεγες «φεύγα».

Με κρατούσες και μου ελεγες να φύγω. Πού ήξερες οτι έκρυβα τόση δυναμη μεσα μου; Σε νίκησε. Η φυγή. Μακριά σου.
https://m.youtube.com/watch?v=VkgTgKBYRe0

Το άπλωμα

Έδωσε την καλύτερη της παρασταση. Βγήκε στο μπαλκονι με μια ήσυχη δυναμη. Στάθηκε αποφασισμένη μπροστα στην απλωστρα χωρις ίχνος συναισθήματος στο πρόσωπο της. Μονο ηρεμία. Έπαιρνε ενα ενα τα ρουχα, σα να ηταν βρέφη, τα τίναζε με νεύρο αλλα χωρίς νεύρα, χέρια επιδέξια, χέρια γρήγορα οχι βιαστικά. Έπαιρνε ενα ενα τα ρουχα και τα βύθιζε προσεκτικά, με μια κίνηση προστασίας στο σύρμα της απλωστρας. Έπαιρνε ενα ενα τα ρουχα, σα να ήθελε να κρατησει για παντα αυτη η στιγμη. Και κράτησε για παντα, μέσα μου.
Οταν με το καλο τελείωσε εκανε ενα βήμα πιο πίσω και θαύμασε το έργο της. Μια μωβ κάλτσα της χάλαγε την εικονα. Την έβαλε μαζι με το ταίρι της σε αλλο σημείο. Κοίταξε αλλη μια φορα το έργο της. Έδειχνε ικανοποιημένη. Άνοιξε την τζαμένια πόρτα να μπει στο σπιτι της και την έκλεισε πίσω της με σιγουριά. Χωρις να γυρίσει να κοιτάξει παλι. Τα ειχε κανει ολα οπως τους επρεπε. Μονο που δεν μπορούσε να ακούσει το δικο μου χειροκρότημα ή να δει το βλέμμα του θαυμασμού μου γι αυτη την εξαίσια παράσταση που έδωσε, νομίζοντας οτι δεν ηταν εκει κανεις να τη δει.

2015/01/img_6446.jpg

Ίχνη

Εχεις αφήσει ιχνη παντού. Οχι στην καρδιά και στην ψυχή μου, αυτά ήταν γνωστά εξ αρχής, εμφανή, σαν εξάνθημα από υψηλό πυρετό. Αφησες ίχνη υπόγεια, καθημερινά, ύπουλα σαν να είχαν πατήσει τα πόδια σου συμπαθητική μελάνη και οι πατημασιές σου γίνονται ορατές μόνο μετά απο ειδική κατεργασία, του μυαλού μου.
Έτσι συνέβη και, μη σου φανεί αστείο, με τις παντόφλες σου. Τις βλεπω κάθε μέρα. Μπλε, δερμάτινες, περίεργα πατημένες, καθαρές, σαν αυτες που φοράνε οι νοσοκόμες, αποστειρωμενες. Για μένα αυτες οι παντόφλες εισαι εσυ. Σε ζω μέσα απο αυτες. Το χειμώνα. Το καλοκαίρι δεν σε ξερω. Δεν υπήρξε καλοκαίρι για εμάς, τόσο βαθειά σχέση, οχι καλοκαιρινή και μαλακίες… Βαρυχειμωνιά στη σκέψη μου οπότε την επισκεπτεσαι. Χωρις αχτίδα φωτός. Σκοτάδι, υγρασία, πόνος και βροχή. Νερο παντού.

Βρήκα ένα σαλιγκάρι στο μπουφάν μου. Ηταν εκει απο τότε που μου το χάρισες, θυμάσαι; Και ξερεις το ίχνη αφήνει το σαλιγκάρι. Μακρινά, γραμμές ευθείες. Σαν γραμμη που τέμνει ένα απάτητο χιόνι. Σαν τις σκέψεις μου για σένα. Ομορφες, παιδικές, παραμυθένιες με μια κόκκινη γραμμή να τις χαρακωνει και να τους δίνει ένα τέλος τραγικό. Μην αναρωτιέσαι πώς ζει ακομη. Με τόσο νερο μέσα μου θα περιμένει χρόνια να βρει αυτόν που το ζωντάνεψε απο την ξηρασία, εσένα.

Φτάνει

Αρκετός φτάνει ο αέρας σου ως εδω, ο κρύος. Ήρθε, δεν με πάγωσε, απ εξω τον ειδα απο το σπιτι μου, να σαρώνει την τεντα, να κουνάει τα δέντρα, να τρεμοπαίζει τους ήχους της καρδιάς μου. Αυτο δεν ήθελες; Να τα θυμηθώ ολα απο την αρχη; Τα κατάφερες. Φτάνει πια, φτάνει και περισσεύει.

Σταγόνες φλόγες

Απόψε η νύχτα είναι βαριά για οτν καθένα χωριστά. Η βροχή που πέφτει ακούγεται σαν βάδισμα στρατιωτικό. Δεν είναι ποιητική μεταφορά. Έχω βγει δυο φορές έξω να δω αν από κάτω περνάει κάποια παρέλαση. Τόσο έξυπνη και τόσο παραπλανητική αυτή η δύναμη της βροχής. Σε κάνει να νομίζεις ότι έχεις παρέα. Και ας είναι μια παρέα από στρατιώτες που δεν θα θελες να ξέρεις. Πού ξέρεις; Όλοι άνθρωποι είμαστε. Γιατί ποια τόσα στερεότυπα; Πότε θα σταματήσει αυτός ο ρους; «Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή».
Πού θα βαδίσει αυτός ο κόσμος; Σε ποια πατημένα, αιματοβαμμένα μονοπάτια; Δεν θέλει πολύ μυαλό για να γυρίσει ο ήλιος. Μόνο ένα κλικ. Ότι είμαστε εδώ, στο τώρα για τώρα. Αυτό και τίποτε άλλο.

νυχτερινό

Τζόναθαν και Κίρκη
της ζωής μου κύκλοι
κρίκοι που ενώθηκαν.

Λήδα και Αναστάσης
τρέχα να με πιάσεις,
τη ζωή την ποθησαν.

Μάνα και πατέρας
και στη μέση βέρα,
δεν υπήρξε μέρα,
μέρα που να χώρισαν.

Κι ύστερα μεγάλωσαν,
μεγάλωσαν, δεν πάλιωσαν
κι επειδή σ΄αγάπησαν ήρθαν και σε ρώτησαν, γιατί;

Και εσύ απαντησες
πως στη μέση ραγισες
μα όσα κι αν συνέβησαν
πέρασαν και έσβησαν αντί.