ουσ θ μετακόμιση [meta'komisi] αλλαγή κατοικίας
Δεν θα θελα να ξεκινήσω να γράφω βάζοντας ως πρώτη λέξη το “δεν” αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Δεν ξέρω. Εδώ και καιρό δεν ξέρω. Τίποτα δεν είναι πλέον αυτονόητο. Νιώθω σα να έχω χάσει την επαφή, σ να έχω ξεχάσει πώς παίζεται το παιχνίδι της ζωής, όχι πώς ζεις, πώς παίζεις. από την αρχή του χρόνου επιβεβαιώνεται η υποψία μου πως η ζωή μας αλλάζει άρδην. Κανέναν δεν ρωτάει, περνάει, σαρώνει. Ταιριάζει το μωβ με το πορτοκαλί; Ναι, απίστευτο δεν είναι; Διαπιστώσεις που ανοίγουν δρόμους…
Περνάω πολλές ώρες μόνη. Δεν είναι παράπονο αυτό, απλώς δεν ξέρω να μ’ αρέσει. Από τη μια έχω όση ώρα θέλω με εμένα να σκεφτώ, να κοιτάζω το κενό, να ρθω πιο κοντά του, να το αγαπήσω, να το φροντίσω, να το κάνω μεγαλύτερο, για να ‘χω το χαμόγελό του αντάλλαγμα. Το ‘χω αποδεχτεί το κενό μου ή ότι το μυαλό μου μέχρι εκεί πάει; Γιατί όμως θέλω να μιλάω συνέχεια; Στο κενό δεν ακούγεται ο ήχος. Ακούω μουσική, ακούγεται.
Κοιτάζω έξω. Πάλι η γυναίκα με τα γκρίζα μαλλιά, βγήκε να καπνίσει. Πάλι μιλάει στο τηλέφωνο, χωρίς όμως να ακούγεται. Τα λόγια της παίρνει ο γκρι καπνός του τσιγάρου της που φεύγει με τον δυνατό κρύο αέρα.
Με ενοχλεί ο φακός επαφής μου. Θα ζήσω πολλά χρόνια; Θα κάνω παιδιά; Θα είμαστε ευτυχισμένοι; Πώς πέρασαν τα χρόνια; Είμαι τρελή ή υπάρχουν κι άλλοι εκεί έξω;
Γιατί μόλις φτάσει η σελίδα στο τέλος της θα σταματήσω; Η σελίδα οφείλει να έχει ένα τέλος, εγώ μπορώ να το ξεπεράσω αλλά δεν το κάνω. Ακολουθώ τη σελίδα και παύω τις σκέψεις μου ακριβώς μόλις φτάσω στο τέλος της.
Πόσο θα με τιμωρεί ο εαυτός μου αυτοπεριορίζοντάς με αδιαμαρτύρητα;
Μαΐου 16, 2009 at 6:57 ΜΜ
Ελπίζω, τόσες μέρες μετά, η κατάσταση να έχει αλλάξει και μάλιστα προς το, όποιο, καλύτερο.
Καλό Βράδυ.