Σήμερα το πρωί μέσα από το τρόλεϋ νούμερο 10- το μόνο τρόλεϋ που συμπαθώ- είδα τη φιγούρα της Ευγενίας Φακίνου. Σα να την ήξερα χρόνια την αναγνώρισα να ανεβαίνει την οδό Ηριδανού. Πριν φτάσω στα Ιλίσια σκεφτόμουν ποιο δρόμο να πάρω για να πάω στην τράπεζα. Είχα καταλήξει να πάρω την οδό Ηριδανού και λόγω ονόματος και λόγω θέας. Στο τέλος του δρόμου αυτού φαίνεται να δεσπόζει ο κατά τα άλλα κρυμμένος ναός του Αγίου Χαράλαμπου. Ίσως γι αυτό πρόσεξα τη μόνη διαβάτη αυτού του δρόμου. Ήταν όπως την κοιτούσα εδώ και χρόνια στο εσώφυλλο των βιβλίων της. Με μαύρα ρούχα, σγουρά μαλλιά, τα γυαιά της και μια ανεπαίσθητη έκφραση χαμόγελου χωρίς να χαμογελάει. Το τρόλεϋ σταμάτησε, ήθελα να τρέξω, είχε βγει ήδη στη Βασιλίσσης Σοφίας, να την προλάβω, να της πω τι σημαίνει για μένα, πως με μεγάλωσε με τα βιβλία της και την τενεκεδούπολη, να της πω ότι τη συμμερίζομαι για τη μεταφυσική της. Όσο κι αν ήθελα να της τα μεταφέρω όλα αυτά, η μεταφυσική και η τηλεπάθεια δεν λειτούργησε εδώ. Όση ώρα έτρεχα να την προλάβω έψαχνε να χαθεί μέσα σε ένα κίτρινο κύμα του δρόμου. Το κίτρινο κύμα τη βρήκε, εκείνη πιάστηκε επάνω του και έφυγε αφήνοντάς με να θυμάμαι όλα τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που ένιωθα διαβάζοντας τα βιβλία της από τα 13 μου χρόνια.
Τελικά, δε με μεγάλωσε κι άσχημα και πολύ θα ήθελα να το ξέρει αυτό.