Σάββατο, ξημερώματα. Ο ήχος της βροχής άρχισε να με ξυπνάει, για να με νανουρίσει λίγο αργότερα. Άρχισα να κρυώνω κιόλας. Άρπαξα τη λεπτή κουβέρτα. Η ζέστη της με έκανε να κοιμηθώ πιο εύκολα.
Πρωί Σαββάτου. Ο χρόνος με τη βροχή είναι δικοί μου. Τα λεπτά κυλούν πιο αργά όπως και όλα έξω από το παράθυρό μου.
Αυτή η βροχή μοιάζει σαν αυτόματο πότισμα και μου φαίνεται ότι ήρθε για να παίξει μαζί μας.