Μεσημέρι. Μία και τέταρτο. Πάλι έκατσες παραπάνω από όσο υπολόγιζες. Τελευταία δεν υπολογίζεις. Τιποτα. Ούτε χρόνο, ούτε χρήμα. Ίσωςε γιατί δεν έχεις τίποτα από τα 2. Ίσως γιατί βαρέθηκες, είδες ότι και που τα υπολόγιζες τι άλλαξε;
Μεσημέρι Τετάρτης. Η Κηφισίας πήζει από κάτι πολύχρωμες λαμαρίνες. Στη μέση του δρόμου υπάρχει τσιμεντένια νησίδα, κράσπεδο, χώρισμα, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Στη μέση του δρόμου, σε ασφαλές σημείο βρισκόταν η φωτογραφία της ημέρας. Ένα γηραιό ζευγάρι, πάνω από 70 και οι δυο τους, να κρατιούνται χέρι χέρι. Το συγκινητικό δεν είναι αυτό. Αυτό δε θα έκανε τη φωτογραφία εντυπωσιακή. Ήταν το παράστημά τους, το ανάστημά του, το ντύσιμό τους, η έκφρασή τους, η εικόνα τους, η αύρα τους. Εκείνη με μαύρη στενή φούστα μέχρι τον αστράγαλο και εμπριμέ κόκκινο μπλουζάκι. Μαλλιά άσπρα, ασύμμετρα κομμένα. Εκείνος 1,90 ύψος, με μια πουκαμίσα πορτοκαλί, άσπρα μακριά γέννια και μαλλιά. Ήταν σαν σκηνικό, σα στημμένοι για φωτογράφιση σε κάποιον αόρατο φωτογράφο περιοδικού. Δεν ήταν δήθεν, ήταν έτσι και έμεινα εκεί να τους κοιτάζω, ελπίζοντας σε αυτή την ηλικία να μοιάζω κι εγώ κάπως έτσι, αλλιώς καλύτερα να την κάνω νωρίς…