μετά από 3 χρόνια. Στους γνώριμους δρόμους για την Αρκαδία. Επαρχία Γορτυνίας, Βυζίκιον. 4 ώρες με το λεωφορείο δεν έκλεισα τα μάτια στιγμή ή μήπως τα είχα συνεχώς κλειστά;

Είδα ένα πούλμαν πολύ αφαιρετικό να φεύγει με καθαρότατο τζάμι και μέσα σε 2 ώρες να μη φαίνεται από τα έντομα.

Είδα ένα βουνό να φιλιέται με ένα άλλο, χαμηλότερο, απλώς ρίχνοντας τη σκιά του. Όσο νύχτωνε το φιλί γινόταν ολοένα βαθύτερο. Τα πουλιά είχαν μείνει να κοιτάζουν και ο έγχορδος άνεμος έφερνε καλοκαιρινά αρώματα και μουσικές ιθαγενών καθώς σουρούπωνε.

Είδα το όνομά μου σε γένος ουδέτερο, να κοσμεί μια σύραγγα και βγαίνοντας από εκεί ένα παραδοσιακό μαγειρείο πάλι το όνομα αυτό είχε.

Είδα παιδιά να διατάζουν πρόβατα, κυπαρίσια πάνω σε βράχους. Είδα μια καθαρίστρια να σφουγγαρίζει κύματα. Είδα ανθρώπους να μιλάνε βγάζοντας σπίθες, πανάρχαιοι Αρκάδες. Είδα σπίτια από πέτρες αντοχής σε χιόνι και ήλιο. Είδα τον Πάνα και τον Διόνυσο με σκουλαρίκι στ’ αυτί να χορεύουν r&b .

Είδα πλατείες που άλλοτε έσφυζαν από παρέες και έρωτα να περιμένουν την επόμενη γενιά. Είδα σπίτια που έζησα πολλά χρόνια έτοιμα να καταρρεύσουν από τις διαφωνίες αδερφών.

Είδα δρόμους ερπετά, πλαγιές να ουρλιάζουν τη μοναξιά τους, βαρέθηκαν να ζουν αιώνια.

Είδα το φεγγάρι με πέπλο υφαντό να ευθυγραμμίζεται με την πρώτη μου αγάπη-αστέρι.

Μην ξεχνάτε πως όλα αυτά δε θα τα βλεπα αν δεν είχα μαζί μου τη μουσική του ανέμου. Το άκουσμά του με βοήθησε να δω όλα αυτά.