Ιουνίου 2008


Καλοκαίρι, έντονο, ζεστό, αποπνικτικό, μέσα και έξω από τα μέσα συγκοινωνίας. Καλοκαίρι, ο πρώτος μήνας φεύγει και εσύ ούτε που το κατάλαβες. Τρέχεις παντού λες και είναι Σεπτέμβρης.
Το καλοκαίρι είναι εδώ αλλά για μας πότε θα έρθει;
Θέλω διακοπές επειγόντως.
Θάλασσα, άμμο, ώχρα, γαλάζιο, ουρανό καθάριο να τον βλέπω, να τον προσέχω κάθε μέρα.
Καρπούζι, ομπρέλες, μπύρες, σανδάλια, ύπνο χωρίς ενοχές, φρούτα, πατάτες τηγανιτές, ανατολή, δύση, κρασί, φωτογραφίες…
Είναι καιρός που δεν έχω τι να γράψω και δεν σκέφτομαι για να γράψω.
Τυχαία προχθές πάτησα το λινκ να δω το γράφει η argyrenia και ως δια μαγείας είχε γράψει. Ήμουν σίγουρη ότι θα μας αποχαιρετούσε. Ένιωθα έντονα ότι είναι πολύ καλά! Χάρηκα πολύ γι αυτό. Η αναμονή και η υπομονή τής έφεραν ό,τι περίμενε!
Κι εγώ κάπως έτσι νιώθω. Αν και από καιρό έχω άνθρωπο, η ανάγκη του να εκφράζομαι μέσα από εδώ δεν μεταβλήθηκε. Σιγά σιγά όμως ξεθωριάζει. Μιλάμε πολύ μαζί τελευταία. Κάνουμε όνειρα και μετά από λίγο μπορεί να τα δούμε να πραγματοποιούνται. Μου δίνει την απλότητα ενός χαμόγελου που σου φτιάχνει τη μέρα έτσι, χωρίς λόγο!
Για αρκετό χρόνο είχα συνδυάσει το γράψιμο με τον πόνο, με το ξέσπασμα, την εκτόνωση. Και ίσως τελικά να είναι για μένα ένας τρόπος διαφυγής. Ίσως να είναι και τρόπος ζωής, να μην μπορώ χωρίς να γράφω. Με ή χωρίς απωθυμένα.
Για να δούμε…
Καλό καλοκαίρι….σε όλουςςςςς

Ποια στιγμή θα είναι αυτή που θα νομίζω ξανά πως είμαστε παιδιά;
Πότε θα γίνουν όλα όσα ονειρευόμαστε, μου λες;
Πες μου, θα γίνουν όλα όπως παλιά;
Τι είναι αυτό που σου λείπει, που σου φέρνει λύπη, που σε κάνει να θυμάσαι συνεχώς, μου λες;
Πώς θα είμαστε σε 20 χρόνια; Θα είμαστε;
Πού θα είμαστε;
Σε ποιον τόπο θα βρούμε το αντίδοτο του άγχους, τους ρυθμούς μας, μου λες;
Γιατί όταν έχω ελεύθερο χρόνο κάνω μόνο τέτοιες σκέψεις;

“Πώς ταξιδεύουν οι ψυχές και οι ζωές μας, πες μου, στις όχθες του Αχέροντα και στις πνοές τ’ανέμου. Ποια μοίρα φέρνουν τα νερά, ποια μυστικά κρυμμένα. Ποια θάλλασσα σε αγκαλιά τα έχει φυλαγμένα;”

Κάθομαι. Απέναντι. Μπλε να απλώνεται με κόκκινο και πράσινο στο βάθος.
Σκέφτομαι. Δίπλα μου. Λίγο πιο πέρα, λουλούδια και μάρμαρο. Απομόνωση.
24 μέρες τιμωρία. Τιμωρείς τον εαυτό σου; Πόσα χρόνια; Με τι αποτέλεσμα; Μήπως η τιμωρία αυτή δεν οδηγεί πουθενά;
Βρες το υλικό που κλείνει τις πληγές μόνιμα. Γίνεται δέρμα κανονικό ξανά.
Δεν ξεχνάω με το ποτό.
Τίθεμαι σε λειτουργία ασφαλείας και απωθώ. Διώχνω μέχρι που φεύγουν, σα να μην έγιναν. Σα να μην πέρασαν καν από τη σκέψη μου κι ας ήταν πράγματα που κι εγώ συναίνεσα να συμβούν.
Θέλοντας και μη με έχεις πείσε πια ότι είσαι νεκρός. Ζω με μια ανάμνησή σου πια πολύ καλά φιλτραρισμένη. Όπως σε κάποιον που σέβεσαι τη μνήμη του.
Γι αυτό μην ανησυχείς. Για μένα είσαι κάποιος που απλώς αγαπάω. Η κριτική δεν έχει θέση εδώ.

Όχι, δεν μου τη βάρεσε η προχθεσινή πανσέληνος, ούτε ο ερμής που είναι ανάδρομος κι δεν μπορείς να συνεννοηθείς ούτε με το φυτό σου.
Είναι κάτι που το βλέπω μπροστά μου, γραμμένο με μαύρο ανεξίτηλο μαρκαδόρο σε κάποια σημεία της πόλης στα οποία τυγχάνει να βρίσκομαι καθημερινά. Βλέπω λοιπόν γραμμένη τη φράση αυτή: Τίποτα δεν είναι τυχαίο, με έντονα μαύρα γράμματα. Σα να εμφανίζεται μόνο γα σένα και μετά εξαφανίζεται. Σα να σου χτυπά κάποιο καμπανάκι. Τόσοι άνθρωποι στη στάση του 550 στη βασιλίσσης Σοφίας, γιατί μόνο εγώ έχω ταραχτεί; Μετά στην Πλάκα, σε έναν τοίχο απέναντί σου, πάλι, τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Ναι, έχω πρόβλημα με τη φράση αυτή. Έχει απασχολήσει αρκετές συζητήσεις μου με φίλους. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, μου λένε, άρα όλα είναι τυχαία τους απαντώ. Εκεί τρελαίνονται. Ενώ εννοούμε το ίδιο πράγμα το εκφράζουμε εντελώς διαφορετικά. Εκείνοι εννοούν ότι τίποτα δεν γίνεται χωρίς κάποιο λόγο, ενώ εγώ λέω ότι όλα γίνονται για κάποιον λόγο. Διότι το τίποτα δεν είναι τυχαίο εμπριέχει δύο αρνήσεις, το “τίποτα” και το “δεν”, πράγμα που μας κάνει μία κατάφαση. Με εννοείς; Ζω το δράμα μου κι εγώ, μη νομίζεις.
Άσε που για να πάω από εδώ στην Αλόνησο θέλω 120 ευρώ μετ επιστροφής, οπότε δε θα με ξεφορτωθείτε σύντομα αυτό το καλοκαίρι!

…να πάμε πιο μακριά.

Καλημέρα! Μια μεγάλη, αστραφτερή καλημέρα σε όλους! Είναι Τετάρτη και όλα μοιάζουν ίδια, αν δεν τ’αγαπάς ,όπως λέει και το τραγούδι. Ευτυχώς στην παρούσα φάση όλα γίνονται πιο αγαπησιάρικα, έρχονται πιο κοντά. Οι φίλοι, οι γονείς, τα αφεντικά, οι σύντροφοι, οι παρέες, τα νησιά, οι κουβέντες. Οι ώρες μακραίνουν και τα λόγια στριφογυρίζουν στο μυαλό και στον αέρα, στην πόλη αυτή, που φαίνεται πιο γλυκιά με αυτή την υποφερτή-τις τελευταίες μέρες- ζεστασιά της. Έχω γίνει αντικείμενο μελέτης από μερικούς τον τελευταίο καιρό. Δε με ενοχλεί. Όμως, η αλήθεια είναι πως το 100% των νοημάτων μόνο ο εαυτούλης μας το ξέρει, όπως και εσύ άλλωστε όταν έγραφες τα απομνημονέυματά σου για να διαβαστούν σε μακρινά λιμάνια, που εγώ ούτε στο χάρτη δεν ξέρω να τα βρίσκω. Anyway, θα συνεχίζω να γράφω κι ας με παρακολουθείς! Είναι ωραία να γράφεις και να σε διαβάζουν!

Καλοκαίρι.
Ιούνιος.Καλό Μήνα!
Το φως μας συντροφεύει περισσότερο πια.
Οι νύχτες αν και μικρότερες σε σκοτάδι, μοιάζουν μεγαλύτερες σε διάρκεια.
Τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ, αν πρώτα δεν ξεστρωθεί το σεντόνι.
Οι βραδινές ώρες μοιάζουν μαρτύριο. Όλο το βράδυ έβλεπα στον ύπνο μου ότι έγραφα, έγραφα λες και μετά αυτό θα μου απαγορευόταν δια βίου. Η ζέστη δε σ’ αφήνει εύκολα να κοιμηθείς. Το ίδιο και οι σκέψεις που το καλοκαίρι παίρνουν άλλες διασάσεις, ίσως πιο αυθόρμητες και παιδικές.
Το κουμ κουάτ μου κάθε μέρα χάνει καιπερισσότερα φύλλα. Με έχει πανικοβάλλει. Το κοιτάω και συνεχίζει να χάνει φύλλα αμείλικτο. Όποιος ξέρει κάτι για το φόνο, ας μου πει. Επιμένω, ίσως χρειάζεται να δει το νονό του αλλά μάταια, εκείνος δεν έρχεται.
Σήμερα, το πρώτο μας μπάνιο. Κυριακή, νωρίς το πρωί, να θυμηθούμε πάλι τα παλιά