…η σκέψη μου. Μια σκέψη ίδια, σταθερή. Με πολλές μικρές τρυπούλες, με μεγάλα κενά. Χωρίς διακυμάνσεις, με ένα κίτρινο χρώμα από το πέρασμα του χρόνου, με σκόνη πολλή και καπνό, να κάνει ατμόσφαιρα και να κρύβει τις ατέλειες.
Δεν ξέρω αν η σκέψη μου αυτή με έχει ζήσει. Αν με γνωρίζει. Δεν τη θυμάμαι κοντά μου σε καμία θερινή συναυλία. Δεν τη θυμάμαι να μου λέει να αγοράσω καλαμπόκι. Η σκέψη αυτή που τόσο πιστή της είμαι δεν μου έχει κάνει ούτε ένα δώρο από καρδιάς. Δεν ξέρω αν έχει καρδιά.
Δεν με είδε να πέφτω με το αυτοκίνητο από τον γκρεμό και να ζω ακόμη, δεν με είδε να κλαίω για τον παππού, δεν με έχει δει με τα παιδιά, με τους φίλους μου. Πάντα μόνη με ανταμώνει η σκέψη αυτή, η ιδιωτική. Κι άμα τυχόν τη σκεφτώ κανείς δεν πρέπει να βρίσκεται τριγύρω για να αποκαλυφτεί. Είναι μια σκέψη τόσο απρόβλεπτη που ενώ νομίζεις πως δε θα την ξανασκεφτείς σου έρχεται πιο δυνατή από ποτέ. Και πάλι από την αρχή. Ένας κύκλος που δεν κλείνει κι ας υποστηρίζει η σκέψη αυτή ότι η ζωή μας χωρίζεται σε κύκλους. Ναι, χωρίζεται αλλά εμένα ο κύκλος της σκέψης αυτής δεν έχει κλείσει. Και δεν ξέρω και το πότε. Ο μόνος κύκλος που κλείνει σε μένα είναι ο κύκλος της περιόδου, έρχεται, κρατάει τόσο όσο και μετά φεύγει. Μη γελάτε, η σκέψη αυτή έρχεται μαζί μου όποτε και η περίοδος. Δεν ξέρω τι είδους αέναος κύκλος είναι αυτός και ποιο λόγο ύπαρξης έχει παρόλο τον καιρό που έχω περάσει ακόμη δεν έχω μάθει το τι και το πως. Ίσως είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως.
Είναι πολύς χρόνος που δεν τη θυμάμαι καθόλου αυτή τη σκέψη,την αγνόω, αλήθεια, δεν με εκφράζει πια αλλά και μόνο που δεν την έχω αποκωδικοποιήσει επανέρχεται σα μια εξίσωση που πρέπει να λύσω αλλιώς δεν γλυτώνω. Η σκέψη αυτή όμως μου επιβάλλει να τη λύσω χωρίς να θέλει να λυθεί.
Do you know what I mean, γιατρέ μου;
Θα γίνω καλά άραγε;
Θα της αφιερώσω ένα τραγούδι μήπως και την καλοπιάσω, μήπως και με λυπηθεί και δεν ξανάρθει ούτε στον ύπνο μου ή έρθει και τα πούμε καθάρια όπως οφείλει.
«Ο πόνος φέρνει λησμονιά και τις πληγές μας κλείνει, μα τη δική μου την πληγή αγιάτρευτη αφήνει.
Αν, όπως λένε, ο καιρός τη μνήμη ξεθωριάζει γιατί ο δικός της λογισμός τις νύχτες μ αγκαλιάζει;
Μα εγώ έχω χρόνια να τη δω, χρόνια να της μιλήσω κι όμως δεν μπόρεσα ποτέ τη σκέψη της να σβήσω. Ποτέ μου δε μιλώ γι αυτή ποτέ μου δε ρωτάω μα στο ονειρό μου έρχεται και απότομα ξυπνάω».








