Μαΐου 2008


…η σκέψη μου. Μια σκέψη ίδια, σταθερή. Με πολλές μικρές τρυπούλες, με μεγάλα κενά. Χωρίς διακυμάνσεις, με ένα κίτρινο χρώμα από το πέρασμα του χρόνου, με σκόνη πολλή και καπνό, να κάνει ατμόσφαιρα και να κρύβει τις ατέλειες.
Δεν ξέρω αν η σκέψη μου αυτή με έχει ζήσει. Αν με γνωρίζει. Δεν τη θυμάμαι κοντά μου σε καμία θερινή συναυλία. Δεν τη θυμάμαι να μου λέει να αγοράσω καλαμπόκι. Η σκέψη αυτή που τόσο πιστή της είμαι δεν μου έχει κάνει ούτε ένα δώρο από καρδιάς. Δεν ξέρω αν έχει καρδιά.
Δεν με είδε να πέφτω με το αυτοκίνητο από τον γκρεμό και να ζω ακόμη, δεν με είδε να κλαίω για τον παππού, δεν με έχει δει με τα παιδιά, με τους φίλους μου. Πάντα μόνη με ανταμώνει η σκέψη αυτή, η ιδιωτική. Κι άμα τυχόν τη σκεφτώ κανείς δεν πρέπει να βρίσκεται τριγύρω για να αποκαλυφτεί. Είναι μια σκέψη τόσο απρόβλεπτη που ενώ νομίζεις πως δε θα την ξανασκεφτείς σου έρχεται πιο δυνατή από ποτέ. Και πάλι από την αρχή. Ένας κύκλος που δεν κλείνει κι ας υποστηρίζει η σκέψη αυτή ότι η ζωή μας χωρίζεται σε κύκλους. Ναι, χωρίζεται αλλά εμένα ο κύκλος της σκέψης αυτής δεν έχει κλείσει. Και δεν ξέρω και το πότε. Ο μόνος κύκλος που κλείνει σε μένα είναι ο κύκλος της περιόδου, έρχεται,  κρατάει τόσο όσο και μετά φεύγει. Μη γελάτε, η σκέψη αυτή έρχεται μαζί μου όποτε και η περίοδος. Δεν ξέρω τι είδους αέναος κύκλος είναι αυτός και ποιο λόγο ύπαρξης έχει παρόλο τον καιρό που έχω περάσει ακόμη δεν έχω μάθει το τι και το πως. Ίσως είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως.
Είναι πολύς χρόνος που δεν τη θυμάμαι καθόλου αυτή τη σκέψη,την αγνόω, αλήθεια, δεν με εκφράζει πια αλλά και μόνο που δεν την έχω αποκωδικοποιήσει επανέρχεται σα μια εξίσωση που πρέπει να λύσω αλλιώς δεν γλυτώνω. Η σκέψη αυτή όμως μου επιβάλλει να τη λύσω χωρίς να θέλει να λυθεί.
Do you know what I mean, γιατρέ μου;
Θα γίνω καλά άραγε;

Θα της αφιερώσω ένα τραγούδι μήπως και την καλοπιάσω, μήπως και με λυπηθεί και δεν ξανάρθει ούτε στον ύπνο μου ή έρθει και τα πούμε καθάρια όπως οφείλει.
«Ο πόνος φέρνει λησμονιά και τις πληγές μας κλείνει, μα τη δική μου την πληγή αγιάτρευτη αφήνει.
Αν, όπως λένε, ο καιρός τη μνήμη ξεθωριάζει γιατί ο δικός της λογισμός τις νύχτες μ αγκαλιάζει;
Μα εγώ έχω χρόνια να τη δω, χρόνια να της μιλήσω κι όμως δεν μπόρεσα ποτέ τη σκέψη της να σβήσω. Ποτέ μου δε μιλώ γι αυτή ποτέ μου δε ρωτάω μα στο ονειρό μου έρχεται και απότομα ξυπνάω».

Σταθερό οικοδόμημά μου του ραδιοφώνου η μουσική
εξακολουθώ να σου μιλάω σα να βρίσκεσαι εκεί
στην άλλη γραμμή
στην άλλη παράλληλη ζωή.

Εδώ και δεκατρία καλοκαίρια η ίδια αίσθηση.
Ξαλάφρωμα, ελευθρία για κάθε παραίσθηση,
εδώ δεν έχει τόπο η διάισθηση.
Όλα συμβαίνουν ξαφνικά, χάνονται και βρίσκονται από το πουθενά στο πουθενά.

Ακούς μουσική μέχρι να σε πάρει ο ύπνος αλλά δεν,
τα σεντόνια το καλοκαίρι είναι ο χειρότερος εχθρός μου,
μόνο που υπάρχει στρωμένο πρέπει να ξεστρωθεί
από την ανάγκη που έχει το σώμα να φύγει, να κρυφτεί, να χαθεί
σε σπηλιές θαλασσινές σαν του Σεφέρη μυστικές που δεν τις πιάνει το μάτι σου, τις βρίσκεις τυχαία και νιώθεις ωραία.

Καλοκαίρια με υποσχέσεις για παραλίες μοναχές.
Συνεχίζω χωρίς αυτές.
Δε μου δόθηκαν ποτέ.
Γι αυτό τα όνειρα αγριεύουν, απειλούν ότι θα ζωντανέψουν
αλλά δε με νοιάζει, ας με κλέψουν,
αρκεί να είσαι και εσύ μαζί.

Δεν ξέρω τι γίνεται αυτές τις μέρες και όλοι έχουμε χαθεί με όλους. Δε θες καν να πάρεις τηλέφωνο, δε σε αφορά η ασύρματη επικοινωνία, θες παρουσία. Και οι άλλοι θέλουν αλλά κανείς δεν μπορεί. Και όταν μπορείς θες να μείνεις μόνος βρε αδερφέ, να ηρεμήσεις.
Δεν έχω ειρμό. Δεν με ενοχλεί, προς το παρόν.
Μόνο να φύγω σκέφτομαι αυτές τις μέρες. Τίποτε άλλο. Να φύγω. Να αδειάσει το μυαλό από έγνοιες και όνειρα. Να μηδενίσω και να ξαναρχίσω.
Οι μέρες είναι ηλιόλουστες, ελαφριές, ολόκληρες. Γι αυτό τις θέλω μακριά από την Αθήνα.
Ευτυχώς μια ενδιαφέρουσα έκθεση με τίτλο ”μικροί συλλέκτες” εγκαινιάζεται σήμερα στο Θησείο, στο Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων Μελίνα Μερκούρη.

Υ.Γ. Η διαφήμιση των γιατρών χωρίς σύνορα με συγκίνησε πολύ.

Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσει πολύ η μυρωδιά του ευκάλυπτου.
Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσουν τα ελαφριά, καλοκαιρινά, αέρινα, μοσχομυρωδάτα ρούχα.
Να σου πω κάτι;
Μ’ αρέσει πολύ το ξύσμα λεμονιού.
Να σου πω κάτι;
Μ’ αρέσει να αργεί να νυχτώσει και να μπορώ να κάνω τη μέρα όλη δική μου.
Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσει να ξαπλώνω σε φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια.
Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσει να διαβάζω όλη μέρα ένα βιβλίο και να μη κάνω τίποτε άλλο.
Να σου πω κάτι;
Χαίρομαι που αύριο θα έρθει κόσμος σπίτι.
Να σου πω κάτι;
Χαίρομαι που είμαστε καλά.
Να σου πω κάτι;
Χαίρομαι που τα πράγματα μπορούν να πάνε και καλύτερα.
Να σου πω όμως κάτι άλλο;
Χαίρομαι που είμαστε ακόμη εδώ και μπορείς να με κοιτάς και να σε κοιτάζω, χωρίς μάσκες. Χωρίς υποψίες.
Χαίρομαι που σ’ αγαπώ και που έχουμε δει μαζί αυτή την τρελή ομπρέλα που ήθελε οπωσδήποτε να βρέξει το κορμάκι της!

Επιτέλους.
Η πόρτα του μυαλού μου και της διάθεσής μου άνοιξε διάπλατα.
Τα ημίμετρα δεν τα αντέχω.
Φάνηκε ξανά το χαμόγελό μου. Ο ήλιος δεν κρύβεται από χθες, έχει κάνει πιο σταθερή την παρουσία του και τον ευχαριστώ γι’ αυτό.
Το περιμένω με πολλή χαρά το καλοκαίρι αυτό. Και εκείνο με περιμένει γιατί πέρσι το προσπέρασα, αθελά μου. Με τιμώρησε κανοντάς με να νιώθω ότι είμαι ένα χρόνο πίσω. Βέβαια, δεν είναι πάντα κακό αυτό.
Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις, έτσι είναι.
Με τέτοιον ήλιο, χθες και σήμερα δεν έχεις και πολλά περιθώρια για άλλου είδους σκέψεις.
Κι αυτή η πόρτα μου στάθηκε όλη τη χρονιά. Όσο κι αν με κούραζε το να περιδιαβαίνω το κατώφλι της τόσο συχνά, άλλο τόσο με ξεκούραζε, να πάρω μιαν ανάσα να συνεχίσω, να θυμηθώ από πού ξεκίνησα και προς τα που πηγαίνω. Να μη χαθώ.

Σπίτια χτίζονται, σπίτια γκρεμίζονται, άλλα καταρρέουν. Σπίτια αδειάζουν, από ανθρώπους, από πράγματα. Σπίτια γεμίζουν, από ανάσες, γέλια, όνειρα. Μέρες ηλιόλουστες που ξαφνικά γίνονται συννεφιασμένες, βροχερές, χειμωνιάτικες. Περίεργες μέρες, αλλόκοτες, μέχρι να ξημερώσει έχει κιόλας νυχτώσει. Τραγούδια που έχουν λυπημένους στίχους και χαρούμενη μουσική ή το αντίθετο. Άνθρωποι δειλοί πληθαίνουν ανάμεσά μας, μέσα μας. Παλεύουν το βράδυ με την αποκοτιά τους, τι θα μπορούσαν να πουν ή ακόμα χειρότερα να κάνουν και δεν έκαναν. Όνειρα που έρχονται και φεύγουν. Σκέψεις που γίνονται όνειρα και σε επισκέπτονται το βράδυ σε μια άλλη διάσταση με σάρκα και οστά. Άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι. Παντού, καθημερινά τους βλέπω. Τους παρατηρώ. Δεν ξέρω αν με βοηθά κάπου αυτό. Ο χρόνος με ακολουθεί, τον ακολουθώ, πορευόμαστε, τον σκέφτομαι, τον μετράω, τον υπολογίζω. Δεν ξέρω πόσο χρόνο έχω για να τον αξιοποιήσω ανάλογα. Μου έχει φέρει τρομερή αμηχανία με την έντονη παρουσία του. Θέλει να μου πει κάτι, το ξέρω, αλλά τι; Προσπαθώ να καταλάβω, προσπαθώ; Μα τι έχω πάθει (πάλι);  

Παλιότερα ό,τι έγραφα εδώ το γραφα από τη δουλειά. Τώρα πια όχι. Παλιά ο Μάης ήταν άνοιξη, τώρα είναι μίξη. Παλιά πήγαινα στο γιατρό μια φορά στα 2 χρόνια, τώρα μια φορά το εξάμηνο. Παλιά οι φίλοι συναντιόμασταν εκείνη την ώρα επί τόπου και για ώρες. Τώρα πλέον κανονίζουμε μέρες πριν το πότε και το που. Παλιά δεν έκανα τόσο φρικαλέες σκέψεις. Παλιά είχα εύκολο ύπνο. Παλιά όλα μου φαίνονταν πιθανά. Παλιά ήμασταν αλλιώς. Πώς γίναμε έτσι; Ερώτηση παντός καιρού και τύπου. Παλιά ήξερα ότι ανά πάσα ώρα και στιγμή θα είσαι δίπλα μου. Τώρα ούτε που ξέρω πως σκέφτεσαι, αν είσαι εκείνος που γνώρισα.

 

“Σ’ έχω βρει και σε χάνω… σταθερή μου αξία, η ζωή μου σε τάξη, κι η καρδιά σε αταξία. Έχεις γίνει συνήθεια και το μόνιμο θέμα σου δανείζω αλήθεια να πληρώνεις το ψέμα. Είχα πει πως θ’ αλλάξω κι όσο αλλάζω σου μοιάζω.. Κάποιες μέρες ακούω στη σιωπή τη φωνή σου, πάνε μέρες που λείπεις κι είμαι ακόμα μαζί σου. Σ’αγαπάω μην τρέχεις, είσαι ακόμα εδώ πέρα”.

Δεν ξέρω τι τίτλο να βάλω.
Δεν θέλω να βάλω τίτλο.
Θέλω να είσαι εδώ και να μιλάμε.
Να μου μιλήσεις επιτέλους.
Να γελάμε.
Να παίρνουμε το μετρό.
Να πηγαίνουμε όπου θέλουμε.
Χωρίς να σε κυνηγά ο χρόνος.
Να χάνομαι στον κόσμο και να με ψάχνεις.
Να μη σε βλέπω στα όνειρά μου.
Να είσαι δίπλα μου, εδώ ή εκεί, δε με νοιάζει.
Να μη με “απειλείς” ότι θα με βάλεις στο καράβι γιατί με βαρέθηκες ή οτι θα το πάρεις μόνος σου και θα φύγεις μακριά μου.
Επιτέλους, πες μου, φεύγεις ή έρχεσαι;