Απριλίου 2008


Ισόβια. Μαζί σου. Με χρόνιες αλλεργικές σκέψεις.

Με σπίτια ονειρεμένα, ονειρικά, φανταστικά που δε θα συμβούν.

Δεν υπάρχει το μαζί. Το αυτονόητο μαζί.

Ισόβια φυλακισμένη στο μυαλό μου. Εγώ και εσύ. Μόνοι μαζί.

Με μια λάμπα θυέλλης, να φωτίζει το σκοτάδι σου. Τίποτε άλλο.

Σάββατο πρωί. Μεγάλο Σάββατο. Ποια η διαφορά;
Τέτοιες μέρες έχω απέραντο ελεύθερο χρόνο για μένα, πολλή μοναξιά και περισυλλογή εν αντιθέση με εσένα που ξεσαλώνεις για όσα δεν έκανες από τα Χριστούγεννα.
Εσύ τέτοιες μέρες τίθεσαι εκτός, για μένα δεν υπάρχει καμία διαφορά.
Για σένα αυτές τις μέρες δεν υπάρχω, κάνεις ένα διάλειμμα αδιέξοδων σκέψεων και πέφτεις με τα μούτρα σε ό,τι μπορείς για να ξεχαστείς.
Στον αντίποδα εγώ, που όλον το χρόνο δε σε σκέφτομαι αλλά τέτοιες μέρες, αργίας, απραξίας και ηρεμίας, σα να μου δίνει σήμα το σύμπαν ότι είσαι αλλού και σαν ψυχαναγκασμό για να μη χαθεί η σκέψη του ενός από τον άλλον σε σκέφτομαι διαρκώς. Κι ας το χω βαρεθεί, κάθε χρόνο τα ίδια κι όμως συμβαίνουν ξανά και ξανά. Δε μ’αρέσει , δεν το θέλω, συμβαίνει.
Σαν ένα ασυνείδητο τάμα, να σε σκέφτομαι κάθε Πάσχα.
Αλήθεια, τα τάματα γίνονται εφ όρου ζωής;

‘Εχω πάθει εμμονή με το λιλά.
Κατέβασα ήδη τα καλοκαιρινά.
Σκέφτομαι τον ήλιο να πέφτει πάνω στο λευκό του μαρμάρου και να με τυφλώνει.
Θλελω διακοπές.
Άδειασμα μυαλού.
Να ξαναβρώ τον εαυτό μου.
Να ξαναεφεύρω τον έρωτα.
Να μη δίνω σημασία στη λεπτομέρεια, με κούρασε.
Θέλω να είναι ο κόσμος γελαστός και χαρούμενος και να μυρίζει όμορφα.
Θέλω να είμαι όλη μέρα έξω από το σπίτι κι ας μην έχω φράγκο στην τσέπη.
Βόλτες, βόλτες, βόλτες…
Λες τελικά να είμαι καλοκαιρινός τύπος και να μην το χω καταλάβει;

Μετά από πρόσκληση του Thogia, προσκαλώ κι εγώ τον theworkingclasshero και αποκρίνομαι τα εξής:

1: Γιατί κλαις;
Γιατί δεν αντέχω την αδικία.

2: Γιατί δεν κλαις;
Αφού κλαίω λέμε

3: Που είναι ο βάλτος;
Ποιος βάλτος; Αααααα (έπεσα μέσα)

4: Ποιος και που είναι ο δεσμοφύλακας;
Είναι έξω μου και μέσα μου. Παίρνει διάφορες μορφές.

5: Που συναντάς μία εντελώς δική σου άβυσσο;
Τα απογεύματα τις Κυριακές είναι πάντα στο γραφείο μου, δίπλα από το παράθυρο και με περιμένει.

6: Περιφρονείς κάτι;
Την αξία του χρήματος κ.α

7: Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Το πάντα δεν το αναγνωρίζει το λογισμικό μου ως λέξη, οποτε όχι.

8: Γιατί πουλιούνται τα “έργα τέχνης”;
Γιατί νομίζουν ότι είναι έργα τέχνης. Τα αληθινά έργα τέχνης απλώς φτιάχνονται και δεν ανήκουν σε κανέναν.

9: Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Όχι.

10: Do you remember revolution?
Ναι, αλλά πώς σου ρθε;

11: Θα ανέβαινες σε ένα βουνό αν το επέβαλλε το ωροσκόπιό σου;
Είπαμε αλλά όχι κι έτσι.

12: Θα σκότωνες τον παππού σου αν το τζάμι δεν έσπαγε από τον πάγο;
Αν και το είχα σκεφτεί, όχι, δεν είχα αυτό το δικαίωμα. Πέθανε μόνος του χθες.

13: Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Έχει ήδη συμβεί αλλά το καρτέρι ήταν μούφα.

14: Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε από το νόμο;
Δεν το χω σκεφτεί.

15: Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε τα μεσάνυχτα από την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Αν μετά από αυτή τη διαδρομή άλλαζε κάτι σε αυτόν τον κόσμο επί της ουσίας θα το έκανα.

16: Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν 10 λαχταριστά εκλέρ;
Δε θα τον σκότωνα, θα τον βασάνιζα και χωρίς εκλέρ.

17: θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τα αστέρια;
Αν θα τα έβλεπες και εσύ, ναι.

18: Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Με τη μαλακία που με δέρνει θα έπεφτα στο πηγάδι αν ήμουν χαρούμενη μάλλον…

Ο παππούς μου ήταν μεγάλος. Σε ηλικία, σε μυαλό, σε αγάπη και στο επώνυμο. Τραγική ειρωνία ήταν Υδροχόος (βλέπε προηγούμενο ποστ). Ζούσαμε μαζί 6 χρόνια τώρα, στο ίδιο σπίτι. Γι αυτό είχε γίνει μέρος της καθμερινότητάς μου. Όχι μόνο της δικιάς μου και των φίλων μου. Ήταν φίρμα ο παππούς. Όλοι ρωτούσαν για εκείνον κι εκείνος όλους τους ήξερε, για όλους ρωτούσε. Μου είχε μάθει πολλά ο παππούς μου. Για πολλά πράγματα μου μιλούσε. Για τις εξορίες που είχε πάει, για εκείνα τα χρόνια που ζούσανε στις τρώγλες αλλά ήταν όλοι ενωμένοι και χαρούμενοι, για τον κομμουνισμό, για την κοινωνία που ήθελε να τον τελειώσει για να μην του δίνει το κράτος τη σύνταξη. Μου έχει αφήσει αρχείο, έλεγε, με το οποίο ποτέ δεν αξιώθηκα να ασχοληθώ. Μου έλεγε για τον Ρίτσο και το Θοδωράκη και την Έλλη Αλεξίου. Μου είχε μάθει σκάκι από 6 χρονών! Με καμάρωνε ο παππούς μου. Με θαύμαζε που περιτριγυριζόμουν από άντρες της οικογενειας και τους έβαζα σε τάξη. Ερχόταν και χάζευε το δωμάτιό μου. Του άρεσε που είχα πολλά βιβλία και μου άφησε άλλα τόσα. Θεωρούσε ευτυχή συγκυρία που σπουδάζω αρχαιολογία και ιστορία γιατί έτσι θα μπορούσα να γράψω κάτι και για εκείνον. Ο παππούς μου ήταν μορφή όπως είπε και ο Κ. Αν και ήταν 93 όλοι στενοχωρήθηκαν που έφυγε γιατί ήταν ζωντανός άνθρωπος, ήταν παρών στη ζωή. Δεν περνούσε απαρατήρητος και δεν του ξέφευγε τίποτα. Αγαπούσε τις λέξεις: μπαγάσα, κερατούκλη, τη ρουφιάνα, γαμώ το στανιό μου. Είχε πλάκα ο παππούς. Νευρίαζε και γκρίνιαζε όπως κάνω εγώ τώρα. Του άρεσε να λέει ιστορίες, όπως και σε μένα. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά ο παππούς μου. Τα ετεροθαλή μου αδέρφια ερχόντουσαν να με δουν και πάντα μιλούσαν στον παππού και εκείνος όλο ήθελε κάτι να τους φιλεύει. Το πιο σημαντικό όμως που μου έμαθε είναι να να είμαστε με τον αδερφό μου μια γροθιά και να μη μας χωρίζει τίποτα. Κάτι ήξερε αν σκεφτεί κανείς ότι η αδερφή του που ζει στην Αμερική πήρε σήμερα τηλέφωνο επειδή είδε άσχημο όνειρο, ότι πέθανε ο αδερφός της.

Σας έχω πει ότι με εκνευρίζει η βροχή;
Όχι ότι δε μ’αρέσει, ίσα ίσα αλλά όταν βρέχει κάτι παθαίνουν οι άνθρωποι. Δε μιλάνε πολύ ή έστω όπως τις άλλες φορές, δεν θέλουν να βγουν, να πάνε να πιουν έναν καφέ ή έστω να συναντηθούν όλοι μαζί σε ένα σπίτι.
Κι είμαι αναγκασμένη να υφίσταμαι, σήμερα, αυτή την αντικοινωνική διάθεση. Απόψε που κλείνω μια βδομάδα μέσα στο σπίτι και δεν έχω άλλη αντοχή να βλέπω τα ντουβάρια. Κι έξω βρέχει.
Αύριο θα θέλουν όλοι να συναντηθούμε όμως αύριο θα έχω πια συνηθίσει να βλέπω τα ντουβάρια και θα μου αρέσει κιόλας.

Η ζωή μου, η δική μου ζωή στην ΑΘήνα έχει γίνει ανυπόφορη πια. Δε μου φταίει η πόλη. Μου φταίει η κοσμοπλημμύρα, οι μετακινήσεις, ο ουρανός που έχει ενα γκρι φοβιστικό, σαν κάτι πρόκειται να συμβεί και όλο τίποτα δε συμβαίνει.

Έχω μείνει πέντε μέρες σπίτι και ο εγκέφαλός μου έχει πάρει παράξενα μονοπάτια. ‘Εχω φρικάρει.
Θέλω να φύγω, αυτή είναι η αλήθεια.

 

 

 

 

 

 

 

 

Έξω… βρέχει…με μας τους δύο τι να τρέχει, δεν μου είπες….

Απορίες πολλές χωρίς καμία απάντηση, χρόνια τώρα.

Σήμερα είδα τη Μ. μετά από καιρό και χάρηκα.

Μας συνδέουν πολλά, όσα χρόνια κι αν απουσιάζαμε, κάποια δεν αλλάζουν, έγιναν στην ηλικία που χτίζαμε και τα υλικά παραμένουν άθικτα.

Απόψε βρέχει πολύ και μου αρέσει.
Είχε καιρό να βρέξει τόσο. Λυτρωτικά και καθάρια.
Γι’αυτό είπα και εγώ να θέσω τον εγκέφαλο μου εκτός λειτουργίας.

Καληνύχτα