για όσους ζουν στην αθήνα αλλά υπάρχουν κάπου αλλού…


Καλοκαιρινές Ιστορίες

Ένα γηραιό ζεύγαρι κοιτάχτηκαν τόσο έντονα ένα μεσημέρι που συνειδητοποίησαν ότι ήταν αδέρφια…

Μια γυναίκα με κόκκινα μαλλιά που τα νόμιζε δικά της, φύσηξε δυνατό μελτέμι και σα φλεγόμενο άρμα αναλήφθηκε στον ουρανό.

Ένα αγόρι φόρεσε για πρώτη φορά μπρατσάκια και από τότε δεν μπορεί να τα βγάλει.

ΜΙα κοπέλα απέκτησε την πρώτη της δερμάτινη τσάντα αλλά δεν ήξερε ότι το ζώο ήταν ζωντανό.

Ένας άντρας κούμπωνε το άσπρο του λινό πουκάμισο μέχρι που πνίγηκε.

Η θάλασσα αποφάσισε να μην επιτρέψει στον άνεμο την ξανασαλέψει.

Το παράθυρο που το είδε αυτό μαρμάρωσε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Τώρα το θέαμα θα ήταν πολύ βαρετό…


Ωχ-ρα(κος) είμαι

Καλοκαίρι, έντονο, ζεστό, αποπνικτικό, μέσα και έξω από τα μέσα συγκοινωνίας. Καλοκαίρι, ο πρώτος μήνας φεύγει και εσύ ούτε που το κατάλαβες. Τρέχεις παντού λες και είναι Σεπτέμβρης.
Το καλοκαίρι είναι εδώ αλλά για μας πότε θα έρθει;
Θέλω διακοπές επειγόντως.
Θάλασσα, άμμο, ώχρα, γαλάζιο, ουρανό καθάριο να τον βλέπω, να τον προσέχω κάθε μέρα.
Καρπούζι, ομπρέλες, μπύρες, σανδάλια, ύπνο χωρίς ενοχές, φρούτα, πατάτες τηγανιτές, ανατολή, δύση, κρασί, φωτογραφίες…
Είναι καιρός που δεν έχω τι να γράψω και δεν σκέφτομαι για να γράψω.
Τυχαία προχθές πάτησα το λινκ να δω το γράφει η argyrenia και ως δια μαγείας είχε γράψει. Ήμουν σίγουρη ότι θα μας αποχαιρετούσε. Ένιωθα έντονα ότι είναι πολύ καλά! Χάρηκα πολύ γι αυτό. Η αναμονή και η υπομονή τής έφεραν ό,τι περίμενε!
Κι εγώ κάπως έτσι νιώθω. Αν και από καιρό έχω άνθρωπο, η ανάγκη του να εκφράζομαι μέσα από εδώ δεν μεταβλήθηκε. Σιγά σιγά όμως ξεθωριάζει. Μιλάμε πολύ μαζί τελευταία. Κάνουμε όνειρα και μετά από λίγο μπορεί να τα δούμε να πραγματοποιούνται. Μου δίνει την απλότητα ενός χαμόγελου που σου φτιάχνει τη μέρα έτσι, χωρίς λόγο!
Για αρκετό χρόνο είχα συνδυάσει το γράψιμο με τον πόνο, με το ξέσπασμα, την εκτόνωση. Και ίσως τελικά να είναι για μένα ένας τρόπος διαφυγής. Ίσως να είναι και τρόπος ζωής, να μην μπορώ χωρίς να γράφω. Με ή χωρίς απωθυμένα.
Για να δούμε…
Καλό καλοκαίρι….σε όλουςςςςς


Πες μου

Ποια στιγμή θα είναι αυτή που θα νομίζω ξανά πως είμαστε παιδιά;
Πότε θα γίνουν όλα όσα ονειρευόμαστε, μου λες;
Πες μου, θα γίνουν όλα όπως παλιά;
Τι είναι αυτό που σου λείπει, που σου φέρνει λύπη, που σε κάνει να θυμάσαι συνεχώς, μου λες;
Πώς θα είμαστε σε 20 χρόνια; Θα είμαστε;
Πού θα είμαστε;
Σε ποιον τόπο θα βρούμε το αντίδοτο του άγχους, τους ρυθμούς μας, μου λες;
Γιατί όταν έχω ελεύθερο χρόνο κάνω μόνο τέτοιες σκέψεις;

“Πώς ταξιδεύουν οι ψυχές και οι ζωές μας, πες μου, στις όχθες του Αχέροντα και στις πνοές τ’ανέμου. Ποια μοίρα φέρνουν τα νερά, ποια μυστικά κρυμμένα. Ποια θάλλασσα σε αγκαλιά τα έχει φυλαγμένα;”


Συνέβη

Κάθομαι. Απέναντι. Μπλε να απλώνεται με κόκκινο και πράσινο στο βάθος.
Σκέφτομαι. Δίπλα μου. Λίγο πιο πέρα, λουλούδια και μάρμαρο. Απομόνωση.
24 μέρες τιμωρία. Τιμωρείς τον εαυτό σου; Πόσα χρόνια; Με τι αποτέλεσμα; Μήπως η τιμωρία αυτή δεν οδηγεί πουθενά;
Βρες το υλικό που κλείνει τις πληγές μόνιμα. Γίνεται δέρμα κανονικό ξανά.
Δεν ξεχνάω με το ποτό.
Τίθεμαι σε λειτουργία ασφαλείας και απωθώ. Διώχνω μέχρι που φεύγουν, σα να μην έγιναν. Σα να μην πέρασαν λαν από τη σκέψη μου κι ας ήταν πράγματα που κι εγώ συναίνεσα να συμβούν.
Θέλοντας και μη με έχεις πείσε πια ότι είσαι νεκρός. Ζω με μια ανάμνησή σου πια πολύ καλά φιλτραρισμένη. Όπως σε κάποιον που σέβεσαι τη μνήμη του.
Γι αυτό μην ανησυχείς. Για μένα είσαι κάποιος που απλώς αγαπάω. Η κριτική δεν έχει θέση εδώ.


Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Δηλαδή;

Όχι, δεν μου τη βάρεσε η προχθεσινή πανσέληνος, ούτε ο ερμής που είναι ανάδρομος κι δεν μπορείς να συνεννοηθείς ούτε με το φυτό σου.
Είναι κάτι που το βλέπω μπροστά μου, γραμμένο με μαύρο ανεξίτηλο μαρκαδόρο σε κάποια σημεία της πόλης στα οποία τυγχάνει να βρίσκομαι καθημερινά. Βλέπω λοιπόν γραμμένη τη φράση αυτή: Τίποτα δεν είναι τυχαίο, με έντονα μαύρα γράμματα. Σα να εμφανίζεται μόνο γα σένα και μετά εξαφανίζεται. Σα να σου χτυπά κάποιο καμπανάκι. Τόσοι άνθρωποι στη στάση του 550 στη βασιλίσσης Σοφίας, γιατί μόνο εγώ έχω ταραχτεί; Μετά στην Πλάκα, σε έναν τοίχο απέναντί σου, πάλι, τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Ναι, έχω πρόβλημα με τη φράση αυτή. Έχει απασχολήσει αρκετές συζητήσεις μου με φίλους. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, μου λένε, άρα όλα είναι τυχαία τους απαντώ. Εκεί τρελαίνονται. Ενώ εννοούμε το ίδιο πράγμα το εκφράζουμε εντελώς διαφορετικά. Εκείνοι εννοούν ότι τίποτα δεν γίνεται χωρίς κάποιο λόγο, ενώ εγώ λέω ότι όλα γίνονται για κάποιον λόγο. Διότι το τίποτα δεν είναι τυχαίο εμπριέχει δύο αρνήσεις, το “τίποτα” και το “δεν”, πράγμα που μας κάνει μία κατάφαση. Με εννοείς; Ζω το δράμα μου κι εγώ, μη νομίζεις.
Άσε που για να πάω από εδώ στην Αλόνησο θέλω 120 ευρώ μετ επιστροφής, οπότε δε θα με ξεφορτωθείτε σύντομα αυτό το καλοκαίρι!


Ελα πιο κοντά

…να πάμε πιο μακριά.

Καλημέρα! Μια μεγάλη, αστραφτερή καλημέρα σε όλους! Είναι Τετάρτη και όλα μοιάζουν ίδια, αν δεν τ’αγαπάς ,όπως λέει και το τραγούδι. Ευτυχώς στην παρούσα φάση όλα γίνονται πιο αγαπησιάρικα, έρχονται πιο κοντά. Οι φίλοι, οι γονείς, τα αφεντικά, οι σύντροφοι, οι παρέες, τα νησιά, οι κουβέντες. Οι ώρες μακραίνουν και τα λόγια στριφογυρίζουν στο μυαλό και στον αέρα, στην πόλη αυτή, που φαίνεται πιο γλυκιά με αυτή την υποφερτή-τις τελευταίες μέρες- ζεστασιά της. Έχω γίνει αντικείμενο μελέτης από μερικούς τον τελευταίο καιρό. Δε με ενοχλεί. Όμως, η αλήθεια είναι πως το 100% των νοημάτων μόνο ο εαυτούλης μας το ξέρει, όπως και εσύ άλλωστε όταν έγραφες τα απομνημονέυματά σου για να διαβαστούν σε μακρινά λιμάνια, που εγώ ούτε στο χάρτη δεν ξέρω να τα βρίσκω. Anyway, θα συνεχίζω να γράφω κι ας με παρακολουθείς! Είναι ωραία να γράφεις και να σε διαβάζουν!


Light

Καλοκαίρι.
Ιούνιος.Καλό Μήνα!
Το φως μας συντροφεύει περισσότερο πια.
Οι νύχτες αν και μικρότερες σε σκοτάδι, μοιάζουν μεγαλύτερες σε διάρκεια.
Τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ, αν πρώτα δεν ξεστρωθεί το σεντόνι.
Οι βραδινές ώρες μοιάζουν μαρτύριο. Όλο το βράδυ έβλεπα στον ύπνο μου ότι έγραφα, έγραφα λες και μετά αυτό θα μου απαγορευόταν δια βίου. Η ζέστη δε σ’ αφήνει εύκολα να κοιμηθείς. Το ίδιο και οι σκέψεις που το καλοκαίρι παίρνουν άλλες διασάσεις, ίσως πιο αυθόρμητες και παιδικές.
Το κουμ κουάτ μου κάθε μέρα χάνει καιπερισσότερα φύλλα. Με έχει πανικοβάλλει. Το κοιτάω και συνεχίζει να χάνει φύλλα αμείλικτο. Όποιος ξέρει κάτι για το φόνο, ας μου πει. Επιμένω, ίσως χρειάζεται να δει το νονό του αλλά μάταια, εκείνος δεν έρχεται.
Σήμερα, το πρώτο μας μπάνιο. Κυριακή, νωρίς το πρωί, να θυμηθούμε πάλι τα παλιά


Σαν δαντέλα παλιά…

…η σκέψη μου. Μια σκέψη ίδια, σταθερή. Με πολλές μικρές τρυπούλες, με μεγάλα κενά. Χωρίς διακυμάνσεις, με ένα κίτρινο χρώμα από το πέρασμα του χρόνου, με σκόνη πολλή και καπνό, να κάνει ατμόσφαιρα και να κρύβει τις ατέλειες.
Δεν ξέρω αν η σκέψη μου αυτή με έχει ζήσει. Αν με γνωρίζει. Δεν τη θυμάμαι κοντά μου σε καμία θερινή συναυλία. Δεν τη θυμάμαι να μου λέει να αγοράσω καλαμπόκι. Η σκέψη αυτή που τόσο πιστή της είμαι δεν μου έχει κάνει ούτε ένα δώρο από καρδιάς. Δεν ξέρω αν έχει καρδιά.
Δεν με είδε να πέφτω με το αυτοκίνητο από τον γκρεμό και να ζω ακόμη, δεν με είδε να κλαίω για τον παππού, δεν με έχει δει με τα παιδιά, με τους φίλους μου. Πάντα μόνη με ανταμώνει η σκέψη αυτή, η ιδιωτική. Κι άμα τυχόν τη σκεφτώ κανείς δεν πρέπει να βρίσκεται τριγύρω για να αποκαλυφτεί. Είναι μια σκέψη τόσο απρόβλεπτη που ενώ νομίζεις πως δε θα την ξανασκεφτείς σου έρχεται πιο δυνατή από ποτέ. Και πάλι από την αρχή. Ένας κύκλος που δεν κλείνει κι ας υποστηρίζει η σκέψη αυτή ότι η ζωή μας χωρίζεται σε κύκλους. Ναι, χωρίζεται αλλά εμένα ο κύκλος της σκέψης αυτής δεν έχει κλείσει. Και δεν ξέρω και το πότε. Ο μόνος κύκλος που κλείνει σε μένα είναι ο κύκλος της περιόδου, έρχεται,  κρατάει τόσο όσο και μετά φεύγει. Μη γελάτε, η σκέψη αυτή έρχεται μαζί μου όποτε και η περίοδος. Δεν ξέρω τι είδους αέναος κύκλος είναι αυτός και ποιο λόγο ύπαρξης έχει παρόλο τον καιρό που έχω περάσει ακόμη δεν έχω μάθει το τι και το πως. Ίσως είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως.
Είναι πολύς χρόνος που δεν τη θυμάμαι καθόλου αυτή τη σκέψη,την αγνόω, αλήθεια, δεν με εκφράζει πια αλλά και μόνο που δεν την έχω αποκωδικοποιήσει επανέρχεται σα μια εξίσωση που πρέπει να λύσω αλλιώς δεν γλυτώνω. Η σκέψη αυτή όμως μου επιβάλλει να τη λύσω χωρίς να θέλει να λυθεί.
Do you know what I mean, γιατρέ μου;
Θα γίνω καλά άραγε;

Θα της αφιερώσω ένα τραγούδι μήπως και την καλοπιάσω, μήπως και με λυπηθεί και δεν ξανάρθει ούτε στον ύπνο μου ή έρθει και τα πούμε καθάρια όπως οφείλει.
«Ο πόνος φέρνει λησμονιά και τις πληγές μας κλείνει, μα τη δική μου την πληγή αγιάτρευτη αφήνει.
Αν, όπως λένε, ο καιρός τη μνήμη ξεθωριάζει γιατί ο δικός της λογισμός τις νύχτες μ αγκαλιάζει;
Μα εγώ έχω χρόνια να τη δω, χρόνια να της μιλήσω κι όμως δεν μπόρεσα ποτέ τη σκέψη της να σβήσω. Ποτέ μου δε μιλώ γι αυτή ποτέ μου δε ρωτάω μα στο ονειρό μου έρχεται και απότομα ξυπνάω».


Nice

Σταθερό οικοδόμημά μου του ραδιοφώνου η μουσική
εξακολουθώ να σου μιλάω σα να βρίσκεσαι εκεί
στην άλλη γραμμή
στην άλλη παράλληλη ζωή.

Εδώ και δεκατρία καλοκαίρια η ίδια αίσθηση.
Ξαλάφρωμα, ελευθρία για κάθε παραίσθηση,
εδώ δεν έχει τόπο η διάισθηση.
Όλα συμβαίνουν ξαφνικά, χάνονται και βρίσκονται από το πουθενά στο πουθενά.

Ακούς μουσική μέχρι να σε πάρει ο ύπνος αλλά δεν,
τα σεντόνια το καλοκαίρι είναι ο χειρότερος εχθρός μου,
μόνο που υπάρχει στρωμένο πρέπει να ξεστρωθεί
από την ανάγκη που έχει το σώμα να φύγει, να κρυφτεί, να χαθεί
σε σπηλιές θαλασσινές σαν του Σεφέρη μυστικές που δεν τις πιάνει το μάτι σου, τις βρίσκεις τυχαία και νιώθεις ωραία.

Καλοκαίρια με υποσχέσεις για παραλίες μοναχές.
Συνεχίζω χωρίς αυτές.
Δε μου δόθηκαν ποτέ.
Γι αυτό τα όνειρα αγριεύουν, απειλούν ότι θα ζωντανέψουν
αλλά δε με νοιάζει, ας με κλέψουν,
αρκεί να είσαι και εσύ μαζί.


Δίκτυο απασχολημένο

Δεν ξέρω τι γίνεται αυτές τις μέρες και όλοι έχουμε χαθεί με όλους. Δε θες καν να πάρεις τηλέφωνο, δε σε αφορά η ασύρματη επικοινωνία, θες παρουσία. Και οι άλλοι θέλουν αλλά κανείς δεν μπορεί. Και όταν μπορείς θες να μείνεις μόνος βρε αδερφέ, να ηρεμήσεις.
Δεν έχω ειρμό. Δεν με ενοχλεί, προς το παρόν.
Μόνο να φύγω σκέφτομαι αυτές τις μέρες. Τίποτε άλλο. Να φύγω. Να αδειάσει το μυαλό από έγνοιες και όνειρα. Να μηδενίσω και να ξαναρχίσω.
Οι μέρες είναι ηλιόλουστες, ελαφριές, ολόκληρες. Γι αυτό τις θέλω μακριά από την Αθήνα.
Ευτυχώς μια ενδιαφέρουσα έκθεση με τίτλο ”μικροί συλλέκτες” εγκαινιάζεται σήμερα στο Θησείο, στο Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων Μελίνα Μερκούρη.

Υ.Γ. Η διαφήμιση των γιατρών χωρίς σύνορα με συγκίνησε πολύ.


Να σου πω κάτι;

Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσει πολύ η μυρωδιά του ευκάλυπτου.
Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσουν τα ελαφριά, καλοκαιρινά, αέρινα, μοσχομυρωδάτα ρούχα.
Να σου πω κάτι;
Μ’ αρέσει πολύ το ξύσμα λεμονιού.
Να σου πω κάτι;
Μ’ αρέσει να αργεί να νυχτώσει και να μπορώ να κάνω τη μέρα όλη δική μου.
Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσει να ξαπλώνω σε φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια.
Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσει να διαβάζω όλη μέρα ένα βιβλίο και να μη κάνω τίποτε άλλο.
Να σου πω κάτι;
Χαίρομαι που αύριο θα έρθει κόσμος σπίτι.
Να σου πω κάτι;
Χαίρομαι που είμαστε καλά.
Να σου πω κάτι;
Χαίρομαι που τα πράγματα μπορούν να πάνε και καλύτερα.
Να σου πω όμως κάτι άλλο;
Χαίρομαι που είμαστε ακόμη εδώ και μπορείς να με κοιτάς και να σε κοιτάζω, χωρίς μάσκες. Χωρίς υποψίες.
Χαίρομαι που σ’ αγαπώ και που έχουμε δει μαζί αυτή την τρελή ομπρέλα που ήθελε οπωσδήποτε να βρέξει το κορμάκι της!


Door of the heart

Επιτέλους.
Η πόρτα του μυαλού μου και της διάθεσής μου άνοιξε διάπλατα.
Τα ημίμετρα δεν τα αντέχω.
Φάνηκε ξανά το χαμόγελό μου. Ο ήλιος δεν κρύβεται από χθες, έχει κάνει πιο σταθερή την παρουσία του και τον ευχαριστώ γι’ αυτό.
Το περιμένω με πολλή χαρά το καλοκαίρι αυτό. Και εκείνο με περιμένει γιατί πέρσι το προσπέρασα, αθελά μου. Με τιμώρησε κανοντάς με να νιώθω ότι είμαι ένα χρόνο πίσω. Βέβαια, δεν είναι πάντα κακό αυτό.
Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις, έτσι είναι.
Με τέτοιον ήλιο, χθες και σήμερα δεν έχεις και πολλά περιθώρια για άλλου είδους σκέψεις.
Κι αυτή η πόρτα μου στάθηκε όλη τη χρονιά. Όσο κι αν με κούραζε το να περιδιαβαίνω το κατώφλι της τόσο συχνά, άλλο τόσο με ξεκούραζε, να πάρω μιαν ανάσα να συνεχίσω, να θυμηθώ από πού ξεκίνησα και προς τα που πηγαίνω. Να μη χαθώ.


Μέρες αλανιάρες

Σπίτια χτίζονται, σπίτια γκρεμίζονται, άλλα καταρρέουν. Σπίτια αδειάζουν, από ανθρώπους, από πράγματα. Σπίτια γεμίζουν, από ανάσες, γέλια, όνειρα. Μέρες ηλιόλουστες που ξαφνικά γίνονται συννεφιασμένες, βροχερές, χειμωνιάτικες. Περίεργες μέρες, αλλόκοτες, μέχρι να ξημερώσει έχει κιόλας νυχτώσει. Τραγούδια που έχουν λυπημένους στίχους και χαρούμενη μουσική ή το αντίθετο. Άνθρωποι δειλοί πληθαίνουν ανάμεσά μας, μέσα μας. Παλεύουν το βράδυ με την αποκοτιά τους, τι θα μπορούσαν να πουν ή ακόμα χειρότερα να κάνουν και δεν έκαναν. Όνειρα που έρχονται και φεύγουν. Σκέψεις που γίνονται όνειρα και σε επισκέπτονται το βράδυ σε μια άλλη διάσταση με σάρκα και οστά. Άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι. Παντού, καθημερινά τους βλέπω. Τους παρατηρώ. Δεν ξέρω αν με βοηθά κάπου αυτό. Ο χρόνος με ακολουθεί, τον ακολουθώ, πορευόμαστε, τον σκέφτομαι, τον μετράω, τον υπολογίζω. Δεν ξέρω πόσο χρόνο έχω για να τον αξιοποιήσω ανάλογα. Μου έχει φέρει τρομερή αμηχανία με την έντονη παρουσία του. Θέλει να μου πει κάτι, το ξέρω, αλλά τι; Προσπαθώ να καταλάβω, προσπαθώ; Μα τι έχω πάθει (πάλι);  


Ωραίος καιρός σήμερα!

Παλιότερα ό,τι έγραφα εδώ το γραφα από τη δουλειά. Τώρα πια όχι. Παλιά ο Μάης ήταν άνοιξη, τώρα είναι μίξη. Παλιά πήγαινα στο γιατρό μια φορά στα 2 χρόνια, τώρα μια φορά το εξάμηνο. Παλιά οι φίλοι συναντιόμασταν εκείνη την ώρα επί τόπου και για ώρες. Τώρα πλέον κανονίζουμε μέρες πριν το πότε και το που. Παλιά δεν έκανα τόσο φρικαλέες σκέψεις. Παλιά είχα εύκολο ύπνο. Παλιά όλα μου φαίνονταν πιθανά. Παλιά ήμασταν αλλιώς. Πώς γίναμε έτσι; Ερώτηση παντός καιρού και τύπου. Παλιά ήξερα ότι ανά πάσα ώρα και στιγμή θα είσαι δίπλα μου. Τώρα ούτε που ξέρω πως σκέφτεσαι, αν είσαι εκείνος που γνώρισα.

 

“Σ’ έχω βρει και σε χάνω… σταθερή μου αξία, η ζωή μου σε τάξη, κι η καρδιά σε αταξία. Έχεις γίνει συνήθεια και το μόνιμο θέμα σου δανείζω αλήθεια να πληρώνεις το ψέμα. Είχα πει πως θ’ αλλάξω κι όσο αλλάζω σου μοιάζω.. Κάποιες μέρες ακούω στη σιωπή τη φωνή σου, πάνε μέρες που λείπεις κι είμαι ακόμα μαζί σου. Σ’αγαπάω μην τρέχεις, είσαι ακόμα εδώ πέρα”.


Δεν ξέρω τι τίτλο να βάλω.
Δεν θέλω να βάλω τίτλο.
Θέλω να είσαι εδώ και να μιλάμε.
Να μου μιλήσεις επιτέλους.
Να γελάμε.
Να παίρνουμε το μετρό.
Να πηγαίνουμε όπου θέλουμε.
Χωρίς να σε κυνηγά ο χρόνος.
Να χάνομαι στον κόσμο και να με ψάχνεις.
Να μη σε βλέπω στα όνειρά μου.
Να είσαι δίπλα μου, εδώ ή εκεί, δε με νοιάζει.
Να μη με “απειλείς” ότι θα με βάλεις στο καράβι γιατί με βαρέθηκες ή οτι θα το πάρεις μόνος σου και θα φύγεις μακριά μου.
Επιτέλους, πες μου, φεύγεις ή έρχεσαι;


Ισόβια. Μαζί σου. Με χρόνιες αλλεργικές σκέψεις.

Με σπίτια ονειρεμένα, ονειρικά, φανταστικά που δε θα συμβούν.

Δεν υπάρχει το μαζί. Το αυτονόητο μαζί.

Ισόβια φυλακισμένη στο μυαλό μου. Εγώ και εσύ. Μόνοι μαζί.

Με μια λάμπα θυέλλης, να φωτίζει το σκοτάδι σου. Τίποτε άλλο.


“Ποιος είδε δέντρο μοναχό;”

Σάββατο πρωί. Μεγάλο Σάββατο. Ποια η διαφορά;
Τέτοιες μέρες έχω απέραντο ελεύθερο χρόνο για μένα, πολλή μοναξιά και περισυλλογή εν αντιθέση με εσένα που ξεσαλώνεις για όσα δεν έκανες από τα Χριστούγεννα.
Εσύ τέτοιες μέρες τίθεσαι εκτός, για μένα δεν υπάρχει καμία διαφορά.
Για σένα αυτές τις μέρες δεν υπάρχω, κάνεις ένα διάλειμμα αδιέξοδων σκέψεων και πέφτεις με τα μούτρα σε ό,τι μπορείς για να ξεχαστείς.
Στον αντίποδα εγώ, που όλον το χρόνο δε σε σκέφτομαι αλλά τέτοιες μέρες, αργίας, απραξίας και ηρεμίας, σα να μου δίνει σήμα το σύμπαν ότι είσαι αλλού και σαν ψυχαναγκασμό για να μη χαθεί η σκέψη του ενός από τον άλλον σε σκέφτομαι διαρκώς. Κι ας το χω βαρεθεί, κάθε χρόνο τα ίδια κι όμως συμβαίνουν ξανά και ξανά. Δε μ’αρέσει , δεν το θέλω, συμβαίνει.
Σαν ένα ασυνείδητο τάμα, να σε σκέφτομαι κάθε Πάσχα.
Αλήθεια, τα τάματα γίνονται εφ όρου ζωής;


It’s spring time

‘Εχω πάθει εμμονή με το λιλά.
Κατέβασα ήδη τα καλοκαιρινά.
Σκέφτομαι τον ήλιο να πέφτει πάνω στο λευκό του μαρμάρου και να με τυφλώνει.
Θλελω διακοπές.
Άδειασμα μυαλού.
Να ξαναβρώ τον εαυτό μου.
Να ξαναεφεύρω τον έρωτα.
Να μη δίνω σημασία στη λεπτομέρεια, με κούρασε.
Θέλω να είναι ο κόσμος γελαστός και χαρούμενος και να μυρίζει όμορφα.
Θέλω να είμαι όλη μέρα έξω από το σπίτι κι ας μην έχω φράγκο στην τσέπη.
Βόλτες, βόλτες, βόλτες…
Λες τελικά να είμαι καλοκαιρινός τύπος και να μην το χω καταλάβει;


Ερωταποκρίσεις

Μετά από πρόσκληση του Thogia, προσκαλώ κι εγώ τον theworkingclasshero και αποκρίνομαι τα εξής:

1: Γιατί κλαις;
Γιατί δεν αντέχω την αδικία.

2: Γιατί δεν κλαις;
Αφού κλαίω λέμε

3: Που είναι ο βάλτος;
Ποιος βάλτος; Αααααα (έπεσα μέσα)

4: Ποιος και που είναι ο δεσμοφύλακας;
Είναι έξω μου και μέσα μου. Παίρνει διάφορες μορφές.

5: Που συναντάς μία εντελώς δική σου άβυσσο;
Τα απογεύματα τις Κυριακές είναι πάντα στο γραφείο μου, δίπλα από το παράθυρο και με περιμένει.

6: Περιφρονείς κάτι;
Την αξία του χρήματος κ.α

7: Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Το πάντα δεν το αναγνωρίζει το λογισμικό μου ως λέξη, οποτε όχι.

8: Γιατί πουλιούνται τα “έργα τέχνης”;
Γιατί νομίζουν ότι είναι έργα τέχνης. Τα αληθινά έργα τέχνης απλώς φτιάχνονται και δεν ανήκουν σε κανέναν.

9: Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Όχι.

10: Do you remember revolution?
Ναι, αλλά πώς σου ρθε;

11: Θα ανέβαινες σε ένα βουνό αν το επέβαλλε το ωροσκόπιό σου;
Είπαμε αλλά όχι κι έτσι.

12: Θα σκότωνες τον παππού σου αν το τζάμι δεν έσπαγε από τον πάγο;
Αν και το είχα σκεφτεί, όχι, δεν είχα αυτό το δικαίωμα. Πέθανε μόνος του χθες.

13: Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Έχει ήδη συμβεί αλλά το καρτέρι ήταν μούφα.

14: Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε από το νόμο;
Δεν το χω σκεφτεί.

15: Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε τα μεσάνυχτα από την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Αν μετά από αυτή τη διαδρομή άλλαζε κάτι σε αυτόν τον κόσμο επί της ουσίας θα το έκανα.

16: Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν 10 λαχταριστά εκλέρ;
Δε θα τον σκότωνα, θα τον βασάνιζα και χωρίς εκλέρ.

17: θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τα αστέρια;
Αν θα τα έβλεπες και εσύ, ναι.

18: Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Με τη μαλακία που με δέρνει θα έπεφτα στο πηγάδι αν ήμουν χαρούμενη μάλλον…


Έφυγε ένας Μεγάλος

Ο παππούς μου ήταν μεγάλος. Σε ηλικία, σε μυαλό, σε αγάπη και στο επώνυμο. Τραγική ειρωνία ήταν Υδροχόος (βλέπε προηγούμενο ποστ). Ζούσαμε μαζί 6 χρόνια τώρα, στο ίδιο σπίτι. Γι αυτό είχε γίνει μέρος της καθμερινότητάς μου. Όχι μόνο της δικιάς μου και των φίλων μου. Ήταν φίρμα ο παππούς. Όλοι ρωτούσαν για εκείνον κι εκείνος όλους τους ήξερε, για όλους ρωτούσε. Μου είχε μάθει πολλά ο παππούς μου. Για πολλά πράγματα μου μιλούσε. Για τις εξορίες που είχε πάει, για εκείνα τα χρόνια που ζούσανε στις τρώγλες αλλά ήταν όλοι ενωμένοι και χαρούμενοι, για τον κομμουνισμό, για την κοινωνία που ήθελε να τον τελειώσει για να μην του δίνει το κράτος τη σύνταξη. Μου έχει αφήσει αρχείο, έλεγε, με το οποίο ποτέ δεν αξιώθηκα να ασχοληθώ. Μου έλεγε για τον Ρίτσο και το Θοδωράκη και την Έλλη Αλεξίου. Μου είχε μάθει σκάκι από 6 χρονών! Με καμάρωνε ο παππούς μου. Με θαύμαζε που περιτριγυριζόμουν από άντρες της οικογενειας και τους έβαζα σε τάξη. Ερχόταν και χάζευε το δωμάτιό μου. Του άρεσε που είχα πολλά βιβλία και μου άφησε άλλα τόσα. Θεωρούσε ευτυχή συγκυρία που σπουδάζω αρχαιολογία και ιστορία γιατί έτσι θα μπορούσα να γράψω κάτι και για εκείνον. Ο παππούς μου ήταν μορφή όπως είπε και ο Κ. Αν και ήταν 93 όλοι στενοχωρήθηκαν που έφυγε γιατί ήταν ζωντανός άνθρωπος, ήταν παρών στη ζωή. Δεν περνούσε απαρατήρητος και δεν του ξέφευγε τίποτα. Αγαπούσε τις λέξεις: μπαγάσα, κερατούκλη, τη ρουφιάνα, γαμώ το στανιό μου. Είχε πλάκα ο παππούς. Νευρίαζε και γκρίνιαζε όπως κάνω εγώ τώρα. Του άρεσε να λέει ιστορίες, όπως και σε μένα. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά ο παππούς μου. Τα ετεροθαλή μου αδέρφια ερχόντουσαν να με δουν και πάντα μιλούσαν στον παππού και εκείνος όλο ήθελε κάτι να τους φιλεύει. Το πιο σημαντικό όμως που μου έμαθε είναι να να είμαστε με τον αδερφό μου μια γροθιά και να μη μας χωρίζει τίποτα. Κάτι ήξερε αν σκεφτεί κανείς ότι η αδερφή του που ζει στην Αμερική πήρε σήμερα τηλέφωνο επειδή είδε άσχημο όνειρο, ότι πέθανε ο αδερφός της.


Μπαίνουμε στον υδροχόο (αναθεμα τον)

Σας έχω πει ότι με εκνευρίζει η βροχή;
Όχι ότι δε μ’αρέσει, ίσα ίσα αλλά όταν βρέχει κάτι παθαίνουν οι άνθρωποι. Δε μιλάνε πολύ ή έστω όπως τις άλλες φορές, δεν θέλουν να βγουν, να πάνε να πιουν έναν καφέ ή έστω να συναντηθούν όλοι μαζί σε ένα σπίτι.
Κι είμαι αναγκασμένη να υφίσταμαι, σήμερα, αυτή την αντικοινωνική διάθεση. Απόψε που κλείνω μια βδομάδα μέσα στο σπίτι και δεν έχω άλλη αντοχή να βλέπω τα ντουβάρια. Κι έξω βρέχει.
Αύριο θα θέλουν όλοι να συναντηθούμε όμως αύριο θα έχω πια συνηθίσει να βλέπω τα ντουβάρια και θα μου αρέσει κιόλας.


Αθήνα

Η ζωή μου, η δική μου ζωή στην ΑΘήνα έχει γίνει ανυπόφορη πια. Δε μου φταίει η πόλη. Μου φταίει η κοσμοπλημμύρα, οι μετακινήσεις, ο ουρανός που έχει ενα γκρι φοβιστικό, σαν κάτι πρόκειται να συμβεί και όλο τίποτα δε συμβαίνει.

Έχω μείνει πέντε μέρες σπίτι και ο εγκέφαλός μου έχει πάρει παράξενα μονοπάτια. ‘Εχω φρικάρει.
Θέλω να φύγω, αυτή είναι η αλήθεια.


Out of order

 

 

 

 

 

 

 

 

Έξω… βρέχει…με μας τους δύο τι να τρέχει, δεν μου είπες….

Απορίες πολλές χωρίς καμία απάντηση, χρόνια τώρα.

Σήμερα είδα τη Μ. μετά από καιρό και χάρηκα.

Μας συνδέουν πολλά, όσα χρόνια κι αν απουσιάζαμε, κάποια δεν αλλάζουν, έγιναν στην ηλικία που χτίζαμε και τα υλικά παραμένουν άθικτα.

Απόψε βρέχει πολύ και μου αρέσει.
Είχε καιρό να βρέξει τόσο. Λυτρωτικά και καθάρια.
Γι’αυτό είπα και εγώ να θέσω τον εγκέφαλο μου εκτός λειτουργίας.

Καληνύχτα


Υπήρξε η Λάουρα;

Μη δώσετε και πολλή σημασία σε ό,τι διαβάσετε!

Ακολουθεί κείμενο εν ώρα επιληπτικής συγγραφικής κρίσης!

Καλό Σαββατοκύριακο!

Η ανθρώπινη φύση της είναι καταρχάς τραγική άμα τη εμφανίσει της. Για κάποιο λόγο που θεωρείται ευφυής οι άνθρωποι είναι καλό να επιλέγουν, είναι ωραίο να έχεις επιλογές. Όταν όμως οι επιλογές σου κατά ένα μεγάλο ποσοστό βρίσκονται ανάμεσα στη Σκύλα και τη Χάρυβδη, τότε τι λες; Ευτυχώς που έχω επιλογές; Δηλαδή τι σόι επιλογή είναι το ή θα κάνεις υπομονή ή θα πρέπει να φύγεις. Μα δε θέλω ούτε να κάνω υπομονή, ούτε να φύγω. Θέλω να φύγει αυτός. Α, αυτό δε γίνεται. Ή θα τρελαθείς ή θα τον σκοτώσεις. Επιλογές και μαλακίες. Τι να επιλέξω τοκακό από το χειρότερο; Δεν είμαστε καλά.
Είναι Πέμπτη βράδυ. Από τις 6.30 ακούς ράδιο και έχει πάει 10. Δεν το έχεις κλείσει παρόλο που παίχτηκαν τραγούδια που δεν σου πολυαρέσουν. Περίμενες για το επόμενο. Αναγκαία επιλογή το ράδιο για να μην ακούς ό,τι φωνάζει από δίπλα. Μένεις με 2 άντρες. Πάντα στη μέχρι τώρα ζωή σου πλειοψηφούσαν οι άντρες, ούτε αυτό ήταν επιλογή σου. Μα τελικά στη ζωή που ζεις τι έχεις εσύ επιλέξει; Αρχίδια μύδια, μάντολες, καπαμά και γιαχνί.
Είναι βράδυ. Μέσα σε αυτό το σπίτι υπάρχουν άλλα 3 άτομα. Μια γυναίκα που δε μιλάει και σου σπάει τα νεύρα- κι αυτή όμως δεν είχε επιλογές- και 2 άντρες οι οποίοι, τι να πω, σου κάνουν τι ζωή ανυπόφορη. Ο ένας είναι ο πατέρας σου. Χαίρεσαι που τον έχεις, τον αγαπάς δε θα τον άλλαζες αλλά αρκετά. Μιλάει πολύ βρε παιδί μου και εσύ μετά από τόσους επιτυχημένους γκόμενους έχεις βαρεθεί τα λόγια, θες ησυχία. Ο άλλος είναι μια δυστυχία, 93 ετών. Ειλικρινά, δεν μπορεί κανείς να φανταστεί πότε θα αποδημήσει για άλλα μέρη. Μας έχει πείσει όλους ότι δεν πρόκειται να πεθάνει. Οι αντιδράσεις του είναι τόσο παιδικές που μάλλον μηδένισε το κοντέρ και θα αρχίσει ξανά να ζει.
Ζεις με αυτά τα άτομα. Έτσι φανταζόσουν τη ζωή σου στα 26 σου χρόνια; Τη μάνα σου δεν την αναφέρεις, δεν μπορεί να κάνει και πολλά. Ό,τι ήταν να κάνει τα έκανε όλα μαζί. Τώρα είναι αργά.
Εσύ όμως δε θες να ξέρεις αυτά τα άτομα, ζεις πιο ήσυχα μακριά τους. Σε νοιάζει βέβαια να ξέρεις ότι είναι καλά αλλά ως εκεί. Έχεις πολλή οργή μέσα σου και δικαιολογημένα αλλά καλό θα ήταν να την κατευνάσεις. Δε σου φταίει σε τίποτα η επιλογή σου ο σύντροφος σου. Γιατί αν μπορείς να πεις κάτι επιλογή σου μόνο αυτή μπορείς εκατό τοις εκατό. Καλή κακή αυτή τη σχέση έχεις αν δε σ αρέσει αλλαξέ τη. Το’χεις κάνει κι άλλες φορές. Με την οικογένεια που δεν επιλέγεις παίζει ένα θέμα αλλά θα μεγαλώσεις που θα πάει και τότε θα στεναχωριέσαι, πάλι, για κάτι άλλο που σκέφτεσαι τώρα και που δεν σκεφτόσουν τότε. Δεν θέλεις να κάνεις παιδιά, φοβάσαι πόσο μόνα θα είναι, να όπως είσαι τώρα εσύ. Δε θες το παιδί σου να είναι μόνο και επειδή θα είνιαι δε θες να το κάνεις. Καλή σκέψη. Ίσως άμα κάνεις παιδί να τρελαθείς. Να του δώσεις τόσα πολλά που να μην μπορεί να τα βρει αλλού και μετά να σε κατηγορεί για παραπλάνηση διότι θα νόμιζε ότι όλες οι γυναίκες έτσι φέρονται.
Δεν ξέρω, είσαι πολύ μπερδεμένη. Δε σου κάνει τίποτα. Πάντα ήσουν υπερβολική και με τις χαρές και τις λύπες.
Σκέφτεσαι, κλαις, ψάχνεις, ανακαλύπτεις. Λάουρα Γουότερς. Ε και; Είχες την επιλογή να τον πιστέψεις ή να τον εγκαταλείψεις ως ύπαρξη, πράγμα που απο καιρό ήθελες. Και εσύ τι έκανες; Και τον εγκατέλειψες και δεν τον πίστεψες. Χρησιμοποίησες ως αφορμή αυτού που σου είπε για να ξενερώσεις και να τον φτύσεις αλλά αυτό ήταν αλήθεια. Τον πέταξες επειδή σου είπε αλήθεια. Δηλαδή δεν είχες ούτε λόγο να το κάνεις. Ήταν ένα ψέμα αυτό που έκανες. Μια κατασκευασμένη ιστορία που πίστευες μέχρι σήμερα ότι ήταν αλήθεια. Ο άλλος σου είπε την αλήθεια και εσύ τα κανες σκατά γιατί φοβήθηκες.
Δε θα μάθεις ποτέ να οδηγείς. Δε θα μάθεις ποτέ να μη μιλάς απότομα και άσχημα, να συγκρατείς τα νεύρα σου. Με τέτοια ζηλευτή προίκα πόσο μακριά νομίζεις ότι μπορείς να πας; Και έστω ότι όλα αυτά σου συμβαίνουν μόνο όταν είσαι αδιάθετη, είναι αυτό δικαιολογία; Οι άλλοι σε δικαιολογούν που έχεις περίοδο και είσαι έτσι, φαίνεσαι από μίλια, γιατί δεν μπορείς να το δεχτείς ότι αυτή η λειτουργία σε κάνει κουρέλι;
Γιατί δεν δέχεσαι ότι πολλά πράγματα σε κάνουν κουρέλι; Μήπως να αρχίσεις να τα διώχνεις από τη ζωή σου; Βέβσαια την περίοδο δεν έχεις την επιλογή να την απενεργοποιήσεις. Είναι δωράκι με το φύλο σου. Εκτός αν θες να κάνεις αλλαγή φύλου. Μπα, αυτό δε θα στο πρότεινα, θα σε τρέλαινε η μαλακία της σκέψης.


Υγρασία

Την περασμένη Κυριακή πήγα θέατρο. Είδα τον Ορλάντο της Βιρτζίνια Γουλφ. Το κείμενο είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά ήταν πολύ πυκνό. Το μόνο σημείο που όσο πυκνό και να ήταν με διαπέρασε ήταν το εκεί όπου μιλούσε για την υγρασία.
Υγρασία. Ακόμα και η προφορά της λέξης σου προκαλεί πόνο στα κόκκαλα, σου τρυπάει το μυαλό, σε αποπροσανατολίζει, σε τρελαίνει. Σε κάνει να νιώθεις όλες τις ηλικίες μαζί.
Δε λέω, σε πολλές περιπτώσεις είναι άκρως απαραίτητη η υγρασία. Πολλοί οργανισμοί αναπτύσσονται μέσα της. Νιώθω πολύ αδύναμη μπροστά της. Δεν μπορώ να την αντιμετωπίσω ακόμη κι αν είναι απαραίτητη. Πάντα με νικάει. Με κατατρώει.


Τινγκς

Οι άνθρωποι χαιρετιούνται, δεν είναι αυτονόμως χαρούμενοι. Πρέπει να δουν κάποιον άλλον για να συσπασθεί το πρόσωπό τους, για να γνέψουν, να χαμογελάσουν, να μιλήσουν. Οι άνθρωποι γύρω μου, στο τρένο, στο μετρό, στο δρόμο, στη στάση, στο περίπτερο, στις σκάλες, στο φαρμακείο, στο σχολείο, στο αμφιθέατρο, στη δουλειά. Δεν χαίρονται, χαιρετιούνται. Δίνει ο ένας τη χαρά του στον άλλον. Δείχνει ο ένας ότι έχει ακόμη λίγη χαρά που του την αφυπνίζει κάποιος άλλος, σπάνια ο ίδιος του ο εαυτός. Εγώ γελάω μόνη μου στο μετρό και κλαίω, επίσης μόνη μου. Δε με πειράζει αυτό. Σπάει λίγο τη μονοτονία. Άλλες μέρες παρατηρώ τους ανθρώπους σα να τους βλέπω πρώτη φορά άλλες νιώθω ότι τους ξέρω καλά και με αφήνουν αδιάφορη. 

Μουσική και δρόμος, δρόμος και μουσική. Ακούω πολλή μουσική πάλι, μετά από καιρό. Ακούω τη μελωδία, τα βιολιά, τις λέξεις με συγκεκριμένη προφορά, λέξεις βαρυσήμαντες ή απλές, λέξεις που έτσι απλά, χωρίς λόγο σου φέρνουν δάκρυα στα μάτια. Λέξεις που σε συγκινούν και σε γεμίζουν δάκρυα λαμπερά σα να ακούς την πρώτη λέξη ενός παιδιού. Όπως το τινγκς, πράγματα, things, που λέει η Dolores O’Riοrdan.

Χθες ήταν όμορφα. Το ξέρεις ότι μ’αρέσει να λέω ιστορίες, τινγκς, μ’αρέσει να με ακούν όταν διηγούμαι. Σ’ευχαριστώ που μ’ άκουσες για άλλη μια φορά. Σ’ ευχαριστώ που τόσο καλά προσποιήθηκες ότι όσα σου λέω τα ακούς για πρώτη φορά. Το ζήτησες όμως, ήθελες για κάποιο λόγο να τα ξανακούσεις. Απολάμβανες χθες όλα όσα λέγονταν, κι ήταν ωραία.  


The shoe


Αυτό το παπούτσι στο πήρα εγώ. Έχω τρομερό γούστο, το ξέρω, λεφτά δεν έχω, δουλεύω.
Χρόνο έχω, χάνω, ξοδεύω, βρίσκω.
Μου χρωστάς πολύ χρόνο.
Σου έχω δώσει αρκετό.
Και εσύ, δε λέω.
Εγώ σου γεμίζω το χρόνο, λες.
Εσύ με κλέβεις από κάτι άλλο συνήθως.
Αυτός ο τοίχος δεν είναι δικός μου. Εϊναι δικός σου και τον έχεις υψώσει σε χρώμα κίτρινο για να με κάνεις να τον αγαπήσω. Δεν ξέρω αν θα το κάνω. Αυτή η λεμονιά, πίσω, δεν είναι κανενός κι ας την ξέρω καλά.
Ημέρα Σάββατο τραβήχτηκε και όλα έλαμπαν. Ήταν μια όμορφη μέρα παρόλο που δούλευα.
Μέχρι εκείνη τη μέρα όλα ήταν αλλιώς.
Μπορείς να μου πεις τι έχεις πάθει;
Γιατί χάνεσαι στις σκέψεις σου, χωρίς εμένα;
Γιατί ξαφνικά γινόμαστε έτσι;
Γιατί κάτι καλό αντί να μας ενώνει μας χωρίζει; Γιατί το κάνεις να μας χωρίζει;
Φυσάει πολύ σήμερα και με τρομάζει αυτό το ανεξέλεγκτο.
Φυσάει πολύ κι εσύ όλο μετράς.
Τα λόγια μου, τις σιωπές μου, τα κέρματά σου, τις κινήσεις σου.
Είμαι πολύ κουρασμένη σήμερα αλλά δε θέλω να κοιμηθώ.
Σκέφτομαι πως χάσαμε άλλο ένα ενδεχόμενο τετραήμερο.
Από το Σάββατο και μετά σου έφυγε το τώρα, όλο ο νους σου στο αύριο.

Ζητάς απλά πράγματα που έχεις τώρα να τα έχεις και στο μέλλον. Ο άλλος όμως τα θεωρεί περιττά και θέλει πράγματα ξένα προς εσένα που εσύ θεωρείς περιττά. Με λίγα λόγια, γεμίζουν με διαφορετικό τρόπο τα κενά τους. Με 2 διαφορετικούς περιττούς τρόπους.
Σε τέτοιες περιπτώσεις τι πρέπει να κάνει κανείς;


Χωρίς αέρα

Εδώ και μέρες νιώθω σαν αυτό το φυτό. Για να ελευθερωθώ πρέπει κάποιος να με φυσήξει.
Πότε θα με φυσήξεις;


βραδιά ποίησης

Πανσέληνος Βροχή Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

“Ο έρωτας είναι μια υπέροχη ημερήσια εκδρομή. Αργά το απόγευμα ασπάζεσαι την παρέα σου και αποχωρείς”

“Δεν έχει φτέρνες η τελειότητα”


Μ’ αρέσει να κάνουμε οι bloggers τα ίδια πράγματα και να φαίνεται πόσο διαφορετικοί είμαστε. Έμαθα αυτό το παιχνίδι από τον yiorgosbs.wordpress.com και το επιχείρησα. Δεν βγήκε βέβαια τόσο επιτυχημένο όσο σε εκείνον αλλά το έκανα.
Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα,
β. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο),
γ. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας,
δ. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη) και
ε. Ζήτα από πέντε bloggers να κάνουν το ίδιο.

Πήγα και διάλεξα ένα βιβλίο αγαπημένο, το “θα σε ξεχνάω κάθε μέρα” του Βασίλη Αλεξάκη. Ανάτρεξα λοιπόν στη σελίδα 123 και ιδού:

“Λες να έχουν μνήμη και τα σπίτια; Δεν μπήκαμε παρά μόνο μια στιγμή σ’αυτό το δωμάτιο για να της δείξω το τζάκι.
-Τι είναι όλα αυτ’α τα χαρτιά; με ρώτησε βλέποντας τα γράμματά σου απλωμένα πάνω στο κρεβάτι.

Δεν ξαφνιάστηκε λιγότερο όταν έμαθε ότι τα ξαναδιάβασα”.


μια πόλη μπουρδέλο

ξεκινάς με τις καλύτερες διαθέσεις για να έχεις μια καλή μέρα, αλλά δεν. πας στον ησάπ, κλειστές οι πόρτες. πας να πάρεις ταξί αλλά όλοι γι αυτό ψάχνουν. πας να πάρεις λεωφορείο αλλά γίνεται της κακομοίρας. και είναι σήμερα που πρέπει να πας στη γαμημένη δουλειά σου οπωσδήποτε γιατί επείγει κάτι. τελικά, παίρνεις το ι.χ και  μετά από μια μιση ώρα φτάνεις στο γραφείο. περιμένεις να δεχθείς εντολή τι να κάνεις με το επείγον, η οποία δεν έρχεται ποτέ. και εκεί που περιμένεις γίνεται διακοπή ρεύματος. μένεις με σταυρωμένα τα χέρια. γιατί στο διάολο ήρθα σήμερα εδώ; για να ρίξω τα καντήλια της ζωής μου;  φτάνει η ώρα να φύγω χωρίς να έχω κάνει τίποτα. πάω να πάρω το αμάξι αλλά που να κουνηθείς; να τρελαθείς μέσα στο αμάξι περιμένοντας να ξεμπλοκάρεις; πόδια έχεις το έκανες και την Τρίτη το δρομολόγιο. ακολουθώ το δρόμο που κάνει το λεωφορείο μήπως ρε αδερφέ περάσει. μήπως. μαλακίες. παρόλα αυτά κρατάω την ψυχραιμία μου απλώς δεν μπορώ να ξεστομίσω κουβέντα. κουράστηκα με την τόση μαλακία.


Ολάνθιστα κενά

Παιδεύτηκα πολύ για να βρω μια φωτογραφία που να μου ταιριάζει στην παρούσα φάση.
Σε αυτό το απόγευμα που μου απέμεινε μόνο του έχω εμένα και τα φώτα του έξω κόσμου.
Ακούω έα ξεχασμένο cd της Πασπαλά και βουτάω στον παρόν με παλιές σκέψεις μπας και γεννηθούν ξανά.
Το πρωί ο κακός χαμός της πόης αυτής ξεχύθηκε μπροστά μας. Στις 9 καθισμένες στην σκάλα ενός μουσείου περιμέναμε πότε θα πιάσουμε δουλειά. Βαρεμάρα. Άρπα κόλλα. Όλα γρήγορα. Δεν μπορώ να κινούμαι σε τέτοιους ρυθμούς. Όχι, δεν κουράζομαι σωματικά, ούτε πνευματικά, ψυχικά όμως με τέτοιες ταχύτητες κουρέλι γίνεσαι.
Σήμερα μεγάλη απόσταση σε εμένα και εσένα και δεν έχω καν διάθεση να τη γεφυρώσω.
Σήμερα το σπίτι νιώθω ότι είναι πολύ μόνο του και βαρύ.
Σήμερα ήθελα κάποιος να έχει αγοράσει για το σπίτι αυτό λουλούδια.
Σήμερα το κενό μου δεν ξέρει με τι να χορτάσει. Δεν το ταΐζω κι αυτό αντί να κλείνει ανοίγει όλο και περισσότερο.
Σήμερα ήθελα να περπατάω όλη μέρα αλλά όχι παράλληλα με τη Συγγρού, την Αμφιθέας ή τη Βεΐκου.
Σήμερα θα θελα να μου πεις ότι με καταλαβαίνεις και ότι όλα θα πάνε καλά.
Σήμερα ήθελα να μου πεις ότι μ’ αγαπάς για όσα είμαι και για όσα δεν είμαι.


Σήματα καπνού

Προσπαθείς να επικοινωνήσεις, μάταια. Κάπου χάνεται το σήμα, κάπου κόβεται η φωνή, κάπου χάθηκαν οι αντοχές, κάπου βαρέθηκες τα ίδια και τα ίδια. Θέλεις να δεις τι κάνεις και δεν μπορείς, θολώνεις. Θες να ανασυγκροτηθείς και δε γίνεται, πρέπει παντού και πάντα να σκέφτεσαι τους άλλους, να καταλαβαίνεις τι θέλουν να πουν πίσω από τις λέξεις. Γιατί οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει να μιλούν απλά; Γιατί στην εποχή της ευκολίας όλα έχουν δυσκολέψει τόσο πολύ, ειδικά η επικοινωνία στην εποχή της επικοινωνίας. Περίεργα τα πράγματα, αντιφατικά. Γιατί πρέπει να τα χάβουμε; Ας κοιτάξει ο καθένας μέσα του κι ας ζήσει σε όποια εποχή του ταιριάζει, εξάλλου σ εαυτή την εποχή μου φαίνεται πως όλοι οι χωροχρόνοι συνυπάρχουν. Δεν ξέρω που να αποδώσω αυτό το χάος οπότε πάλι το σύμπαν θα την πληρώσει. Τελικά, μάλλον μου έπεσε βαρύ το σουβλάκι της γειτονιάς και γράφω εφιαλτικά.


7 πληγές του Φαραώ

 


Κατόπιν προσκλήσεως του φίλου Θογία και επειδή είμαι ευγενική θα αποκαλυφθώ.
Απλώς το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι 7 πληγές τόπους τόπους, σκορπισμένες, είναι η μία μέσα στην άλλη, είναι βαθειές, έχουν κρατήρα. Που λες, η πιο παλιά πληγή μου είναι αυτή που τα ξεκίνησε όλα και είναι αθεράπευτη. Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι, η παρέα τους, οι κουβέντες τους και ξεχνάω όλα τα τέρατα που κάνουν ενίοτε.
Άλλο μεγάλο θέμα ότι βλέπω σε όλα τα πράγματα τη θετική τους πλευρά εκτός από το πανεπιστήμιο, μήπως δεν έχει θετική πλευρά;
Εν συνεχεία, θέλω οπωσδήποτε να βρίσκω νόημα σε κάθετι και να να βγάζω κάποιο συμπέρασμα.
Μιλάω πολύ, σπουδάζω αρχαιολογία, βαριέμαι εύκολα. Α, και το πιο πρόσφατο κουσούρι, έχω τρομερή μνήμη που όσο περνάει ο καιρός αντί να μειώνεται δυναμώνει. Τόσο καλά σου λέω.
Και εις άλλα με υγεία!


Room for space

Και εκεί που λες, ηρέμησα, όλα καλά θα πάνε, όλα αλλάζουν ,μεγαλώνουμε, προχωράμε, έρχεται ένα άκυρο απόγευμα Τρίτης και τα βλέπεις όλα κωλυόμενα. Αύριο δίνεις το τελευταίο μάθημα και δε σου καίγεται καρφί, όχι γιατί είσαι τέλεια διαβασμένος αλλά γιατί και που είχες άγχος ή και που είχες διαβάσει τι κατάλαβες; Οπότε; Δεν πήρες άδεια από τη δουλειά σου, πήγες κανονικά, γύρισες, έφαγες, κάθισες μπροστά στην οθόνη, κοιμήθηκες, ξύπνησες, έβαλες στις 6 ακριβώς μελωδία αν και ξέρεις ότι κάνει εκπομπή ο διευθυντής του προγράμματος, χρόνια τώρα, και τον έχεις ψιλοβαρεθεί γιατί νομίζει ότι έχει γίνει αυθεντία, όπως και εσύ. Τελικά, τον ακούς γιατί σε κερδίζει με το πρώτο τραγόυδι που βάζει. Είχες να το ακούσεις 3 χρόνια. ” Η σιωπή πολλά θα σου πει που εγώ δεν μπορώ, η σιωπή είναι δρόμος παλιός δε νιώθεις αλλιώς”. Συνεχίζει με τραγούδια της εφηβείας σου και κολλάς. Ξαφνικά το συνηθισμένο απόγευμα γίνεται ένα απόγευμα παλιό, ξεχασμένο, απόγευμα λυκείου που καθόσουν στο δωμάτιο γιατί δεν είχες πού να πας και με ποιους. Ο χρόνος ήταν αιώνιος, δεν περνούσε, δε σε ένοιαζε κι να περνούσε. Όταν άρχισε να σε νοιάζει πάει το θέμα, άστο.
“Ο δρόμος είναι μυστικός, που βγάζει στην αγάπη, πέφτει απότομα βράδυ σκοτάδι νωπό. Ο δρόμος είναι μυστικός πολλά απ’ τα λόγια απάτη θες να πεις σ’έχω ανάγκη και λες σ’αγαπώ”.
Το πρόγραμμα συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία. Τραγούδια ξεχασμένα που τα ακούς χρόνια αλλά σήμερα, χωρίς να ξέρεις γιατί, δεν τα βαριέσαι. Μέσα από τα παλιά ξεπετάγεται και ένα ακυκλοφόρητο του Θηβαίου με μελωδία που θυμίζει Συνήθεις Υπόπτους, νοσταλγία, και οι στίχοι είναι καθαρόαιμοι Θηβαίικοί. “Να κουρνιάζω στο πλευρό σου μες το παραμιλητό σου να με βρεις, ν’ακουστεί το όνομά μου κι ας ραγίσει η καρδιά μου κι ας χαθείς. Να ξεπλύνει το θυμό μου να ξανάρθει τ’ονειρό μου να το δεις. Να μπορώ να σου γελάσω κι ύστερα ας προσπεράσω κι ας χαθείς. Να μην ξέρω πια τι κάνεις, άλλο να μη με πικράνεις, δεν μπορώ, δεν μπορώ να σε κοιτάζω και στα λόγια να μη βάζω σ’αγαπώ”.


In the road


Παρασκευή και είμαι σχεδόν όλη μέρα σπίτι. Όχι ότι δε μ’αρέσει, απλώς όταν έχεις χρόνο βγαίνουν οι σκέψεις βόλτα. Όταν έχεις χρόνο, κάθεσαι γράφεις, βάζεις μουσική, μοιραία αρχίζεις και σκέφτεσαι και θυμάσαι και αναρωτιέσαι τώρα όλοι οι άλλοι τι κάνουν; Σε τι χωροχρόνους κινούνται;
Γιατί όλοι μαζί εμφανίζονται και όλοι μαζί εξαφανίζονται; Δεν είναι παράνοια αυτό; Δεν είναι τρελό να ζεις με λάθος συμπεράσματα;
Δε θα μάθω ποτέ να οδηγώ μάλλον. Άμα παίρνουν δρόμο οι σκέψεις και μέσα στο σπίτι, φαντάσου εκεί έξω τι θα γίνει.


Ντο αναπνοές

Βλέπεις τη νότα στο παράθυρο;
Ήταν το ντο που τραγουδούσε όλη νύχτα η σελήνη.
Ήταν πολύ θλιμμένη για κάποιο λόγο, τόσο που βάφτηκε κόκκινη για να τη δούμε όλοι.


Κάτι να κλαίει

Χρωστάω ένα ποστ για το τι έγινε με Αλκμήνη-Ξανθίππη, χρωστάω χρόνο σε ανθρώπους που έχω να δω καιρό, χρωστάω μια καλή κουβέντα στον άνθρωπο που ανέχεται τον πιο απαίσιο εαυτό μου, χρωστάω ώρες ξεκούρασης στον εαυτό μου, χρωστάω μια αγκαλιά στη μάνα μου, ένα φιλί στον πατέρα μου κι άλλα πολλά της Μιχαλούς που δεν ξέρω που έχει χαθεί τελευταία!
Που λες, τη Δευτέρα πήγε η Αλκμήνη στο μάθημα χορού. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε καθόλου να πάει. Όχι γιατί θα της στοίχιζε επειδή θα ήταν το τελευταίο μάθημα απλούστατα γιατί δεν ήταν καθόλου καλά. Πήγε λοιπόν με μάτια ξέχειλα, σαν κουβάδες από το κλάμα, με σώμα άυπνο και με καρδιά κομμάτια. Περπατούσε ώρες πρν πάει κα σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει. Αν δεν πήγαινε θα την έτρωγε το σαράκι, πώς ήταν, πώς δεν ήταν, ποιος χόρεψε καλύτερα και τέτοια ψυχαναγκαστικά. Βέβαια, θα έκλαιγε με την άνεσή της, μόνη της σπίτι της, θα ξεσπούσε. Ήξερε πως άμα πήγαινε θα ήταν λίγο καλύτερα, τουλάχιστον θα αντιμετώπιζε την Ξανθίππη, αν χρειαζόταν και θα έδειχνε κάποια εκτίμηση στα χρήματα που είχε δώσει. Και στο χορό θα ξεσπούσε, της έκανε καλό η ταραντέλλα.
Πήγε λοιπόν, χόρεψε, εκτονώθηκε, γέλασε, ξεχάστηκε, φώναξε. Δεν έκλαψε, η Ξανθίππη δεν ήρθε, πάλι το μυαλό της παιχνίδια έστηνε τόσες ώρες πριν.
Την Κυριακή ήταν όμορφα και χθες ήταν ακόμη πιο όμορφα. Το χιόνι μας έκανε να δούμε καθαρότερα, ευτυχώς, μια φορά κάπου κάναμε και σωστές επιλογές. Βέβαια, πάντα μέσα μας κάτι θα κλαίει. Και για την άλλη επιλογή, την άγνωστη, την ξένη, τη μακρινή, αυτή που ούτε καν φαντάστηκες.
Για να ξεχρεώσουμε κάπου αλλού, χρεωνόμαστε κάτι άλλο.


Στείλ’το

Σάββατο βράδυ. Η μέρα ξεκίνησε από νωρίς σήμερα και πολύ το χάρηκα. Ήταν όλη δική μου κι ευτυχώς μου φάνηκε μεγάλη, ικανο-ποιητική. Η ώρα είναι έντεκα και είμαι μόνη, έξω χιονίζει, γράφω ό,τι θέλω, σκέφτομαι, ακούω μουσική. Γράφω και νομίζω ότι γίνεται σεισμός. Καλύτερα να κουνιέσαι από μόνος σου πάντως παρά να σε κουνάνε.Τι καλύτερο για να νιώσεις ευτυχισμένος; Να νοιώσεις ο εαυτός σου;

Σκέφτομαι και τη χθεσινή μέρα, ευτυχώς πάλι δική μου ήταν. Είχε περάσει καιρός που είχα την αίσθηση πως ό,τι κάνω το κάνω για να είμαι καλά. Χθες σε ένα καφενείο στο Θησείο, οι δυό μας με άλλα δύο άτομα, τους ιδιοκτήτες. Εκεί με το τρένο να περνάει μια προς Πειραιά, μια για Κηφισιά. Τρένα και πλοία πάντα παρόντα. Εκεί πίναμε το κρασί μας και ακούγαμε καλή μουσική. Ησυχία, μετρημέμες κουβέντες. Η μουσική να παίζει με τις σκέψεις μας. Ξαφνικά μπαίνει στο μαγαζί ένας ξένος μουσικός, ψηλός με άσπρα μαλλιά και με τη φλογέρα του. Τον είχαμε δει στους Αέρηδες πριν 10 χρόνια, θυμάσαι; Ναι, αυτός, που έπαιζε μια μελαγχολική μελωδία. Μπήκε στο μαγαζί κι άρχιζε να παίζει μπροστά μας. Ήταν μαγικό. Η μουσική χαμήλωσε, εκείνος έκλεισε τα μάτια και έδωσε την καλύτερή του παράσταση, είχε το κοινό που τόσον καιρό περίμενε. Δε μιλούσε κανείς. Το φως που περνούσε μέσα από το ποτήρι σου πηγαινοερχόταν καθώς είχε εγκλωβίσει στο φως του και τη φιγούρα του μουσκιού. Το φως πήγαινε απο εδώ κι από εκεί και χυνόταν στο χώρο. Είχα καιρό να νιώσω πως το σύμπαν μου αποκαλύπτεται μέσα από το φως του.


Κρρρρύοοοοο

Εδώ και μέρες νιώθω ότι κάποιος μου κάνει πλάκα. Ο καιρός είναι 5 μέρες στο χάλι αυτό, χωρίς χρώμα, χωρίς μυρωδιές, χωρίς ίχνος ελέους, μας έχει αφήσει να παραλύουμε από το κρύο. Όλοι έχουμε κλειστεί εντός, έχουμε μαζευτεί και μονολογούμε ως συνήθως τώρα τελευταία. Αυτή τη μονο