χειμώνας κατά μόνας

μία άκρως χειμωνιάτικη μέρα, σήμερα. η νύχτα που πέρασε ήταν κι αυτή βαθειά χειμωνιάτικη, όλο σκοτάδι και μυρωδιές που αποσυντίθενται όσο πιο πολύ τις ανακαλείς. ανακαλώ. ένσταση. σήμερα είναι μια απολύτως χειμωνιάτικη μαποφασίζω να μη βγω λοιπόν. κάθομαι ήσυχα στην αγαπημένη μου θέση και κοιτάζω έξω, συνέχεια έξω, μόνο έξω. μόνη μου χαζεύω. η σιωπή κυριαρχεί, η μοναχικότητα το ίδιο, μόνο ο κρύος αέρας μου κάνει παρέα μιλώντας μου με τυλίγει. εσύ και ο αέρας, ξανά και ξανά. μην μου πεις τίποτα, μόνο άσε με να απολαύσω αυτό το πρωινό. αν θες να κάνεις κάτι για μένα, φτιάξε μου ένα διπλό ελληνικό σκέτο και έλα να τον πιούμε. αυτό φτάνει για να γίνει αυυτό το πρωινό ευτυχισμένο και να ανάψει το τζάκι από τη χαρά του. φωτιά και αέρας.

 

the end of time

Απολογισμό του 11 δεν έκανα. Κάποιες φορές δεν χρειάζεται να αναπαράξεις τη ζωή σου μέσα από γράμματα βαλμένα στη σειρά. Υπάρχουν στιγμές και εποχές που καταγράφεις τη ζωή  με το να τη ζεις. Ίσως νιώσεις αργότερα την ανάγκη να το κάνεις γραπτώς. Όταν θα ζητάς πίσω τις στιγμές αυτές ξανά και ξανά. Με εσένα το έχω κάνει άπειρες φορές, δεν το κάνω πια. Χθες όμως σε συνάντησα τυχαία. Δεν με θυμόσουν καν. Είχες την αίσθηση πως κάπου με είχες ξαναδεί, αλλά ήταν μια εικόνα αδιόρατη, σαν σε όνειρο, δεν μπορούσες να θυμηθείς. Κι εγώ ήθελα να θυμηθείς, χωρίς να σου πω τίποτα. Είπα, λοιπόν, ότι μάλλον κάνεις λάθος. Ότι με μπερδεύεις με κάποια άλλη. Εσύ επέμενες. Κι εγώ επέμενα να σε βγάζω τρελό. Δεν γίνεται να προσπαθείς να θυμηθείς το βιωμένο, οπότε καλύτερα να το διαγράψεις τελείως. Καλύτερα να πειστείς ότι δεν το έζησες καν. Ούτε στο όνειρό σου. Καλύτερα να πιστέψεις ότι δεν υπήρξα ποτέ και να το ζήσουμε από την αρχή. Δυο ξένοι, εσύ κι εγώ, χωρίς χρόνο, χωρίς διαστάσεις, χωρίς παρελθόν, παρόν, μέλλον, χωρίς καν μνήμη. Κάθε μέρα από την αρχή. Σισύφεια σχέση, μέχρι να θυμηθείς όσα κι εγώ.

Στιγμές

Σταγόνες ευτυχίας. Μεγαλες, ολοστρογγυλες, διαφανες, καθάριες σταγόνες από ατόφια ευτυχία. Καθώς έχει πέσει το μαύρο βελούδινο βράδυ του Δεκέμβρη, οι μικρές φωνουλες και οι ήχοι από τα μωρά σου σου θυμίζουν ότι δεν θα είσαι ποτέ πια μόνη, τουλαχιστον όχι όπως παλιά. Η θαλπωρή του σπιτιού είναι αυτές οι ζωούλες που σου δίνουν απλόχερα τόση αγάπη. Και οι μέρες αγάπης που ερχονται αποκτούν νόημα τώρα μέσα από τα μάτια τους. Νύχτωσε για τα καλά,η μουσική παίζει χαμηλά, τα βλέφαρα εχουν βαρύνει. Είναι η ώρα που συναντιόμαστε και οι τρεις στα όνειρά μας. Είναι η ώρα που ξεχειλίζει η αγάπη και νικάει το μαύρο βαρύ χειμώνα.

αριθμοί σε καιρό κρίσης

τελικά το 2011 ήταν μια περίεργη χρονιά. όχι άσχημη ή κακή χρονιά. έγιναν πολλά και γίνονται ακόμη. γεγονότα τρέχουν και καταστάσεις που θυμίζουν άλλες εποχές λαμβάνουν χώρα μέρα με τη μέρα αλλά ας ελπίζουμε ότι όλα αυτά θα μας φέρουν πιο κοντά στην αλήθεια. η αλήθεια δεν είναι εύκολο πράγμα εξάλλου. πονάει και θα πονέσουμε αν θέλουμε  να φτάσουμε μέχρι το τέλος. μπορεί να μη βγούμε αλώβητοι ας βγούμε όμως ευτυχισμένοι νικητές.

έγραφα για το 2010 ότι 2+1 μας κάνουν 3 και ότι ίσως μεγαλώσει η κατά ένα μέλος η οικογένειά μας και από απλό ζευγάρι γίνουμε και γονείς. ετσι και έγινε αλλά το 2011 2+1+1 μας κάνουν 4 οπότε και γίναμε οικογένεια αλλά με δύο επιπλέον μέλη! στην αρχή μουδιάσαμε. είναι εποχές αυτές για παιδιά; υπάρχουν όμως κατάλληλες και ακατάλληλες εποχές για παιδιά; δεν το νομίζω. μέσα στο χάλι και την κατάθλιψη έρχεται και σε σώζει η ύπαρξη δύο τόσο νέων ανθρώπων. σε βάζει σε σκέψεις δημιουργικές, σε σκέψεις χρωματιστές για ένα μέλλον ευοίωνο. είμαστε το μοναδικό ζευγάρι που έχει παιδιά από την παρέα μας, από τη στενή παρέα μας. και είμαστε 30 χρονών. ο ερχομπος αυτών των παιδιών έδωσε σε όλους χαρά. ήταν ένα μήνυμα ότι η ζωή προχωράει, γιατί αυτό κάνει με ή χωρίς εσένα. προχωράει και εσύ ακολουθείς, αν όχι, σε προσπερνάει αμείλικτα, στεγνά. πέρασαν κιόλας 42 μέρες που υπάρχουν αυτά τα πλάσματα στη ζωή μας. και όλα έχουν αλλάξει. δεν σε νοιάζει ο ύπνος, ότι χειμώνιασε, ότι δεν βγαίνεις, ότι δεν κοιμάσαι. ζεις με αυτά για αυτά. για το γέλιο τους, το κλάμα τους, για το βλέμμα τους. σου χαρίζουν τόσα απλόχερα χωρίς καν να το γνωρίζουν. ένα άγγιγμά τους και ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο και όλα αλλάζουν…

 

άνθρωποι-ρούχα

σε όλους έχει συμβεί. ανεβοκατεβάζουμε ρούχα χειμωνιάτικα καλοκαιρινά και ενώ κάποια δεν πρόκειται ποτέ να τα φορέσουμε και το ξέρουμε, εξακολουθούμε να τα μεταφέρουμε μήπως και. αλλα πού; δεν πρόκειται. δεν θες, δεν σου πάει. έτσι δεν είναι και με μερικούς ανθρώπους; τους “κουβαλάς” στη ζωή σου ενώ δεν σου κάνουν, δεν σου ταιριάζουν πια. και σε βαραίνουν, σου πιάνουν χώρο, πολύτιμο. δεν είναι καιρός να τα δώσεις σε άλλους που τα έχουν ανάγκη τα ρούχα αυτά; είναι δύσκολοι οι καιροί. μήπως οι άνθρωποι που μας βαραίνουν είναι χρήσιμοι σε κάποιους άλλους; δως τους τον αέρα τους λοιπόν, βρες κι εσύ το χώρο σου για να έρθουν οι νέοι άνθρωποι, αυτοί που θες να κουβαλάς πάνω σου και μέσα σου χειμώνα καλοκαίρι.

Πέτρα

Την πέτρα αφουγκράστηκα και άκουσα να διηγείται όλη μου τη ζωή.  Ράγισα και ένα φυλλαράκι φύτρωσε στη μέση της.

 

 

θυμάμαι τα βράδια

 

“Ξεκινώντας από ένα ξεγύμνωμα ισοδύναμο με του θανάτου, από μια ταπείνωση που ξεπερνά εκείνη της ήττας και της προσευχής, θαυμάζω κάθε φορά που βλέπω να ξαναπλέκεται η ίδια περιπλοκή των αρνήσεων, των ευθυνών, των συναλλαγών, οι φτωχές εκμυστηρεύσεις, τα εύθραυστα ψέματα, οι εμπαθείς συμβιβασμοί ανάμεσα στην ηδονή μου και την ηδονή του Άλλου, τα τόσα δεσμά που είναι αδύνατο να σπάσει κανείς μόνος του, αλλά που λύνονται παρ’ όλ’ αυτά τόσο γρήγορα. Αυτό το μυστηριώδες παιχνίδι που προχωρεί από τον έρωτα ενός κορμιού στον έρωτα ενός ανθρώπου, μου είχε φανεί αρκετά όμορφο για να του αφιερώσω ένα μέρος της ζωής μου”.

Μ. Yourcenar, Αδριανού απομνημονεύματα, Εκδόσεις Χατζηνικολή

 

 

“μια σιγανή βροχή πάνω σε τσίγκινη στέγη. σε ποιον δεν αρέσει να τον αποκοιμίζει γλυκά-γλυκά. έν’ αποφόρι αγάπης, που το ρίχνεις πάνω σου βιαστικά. σε ποιον δεν αρέσει να ξεγελά λίγο την ψυχή του, πως της πάει… ένα κάλπικο φιλί του βοριά, που το κουρελιάζουν τα κλαδιά του ευκάλυπτου. σε ποιον δεν αρέσει να το παρατηρεί, διαβεβαιώνοντας τον εαυτό του πως δεν ήταν επ΄ουδενί το φιλί που το στείλαν”.

“αν προσέξετε στη φύση, τα όμοια δέντρα έχουν σχεδόν το ίδιο σχήμα. ελάχιστα ξεφεύγουν. δείτε, ας πούμε, τις ελιές, τα έλατα, τις νερατζιές… μόνο οι ευκάλυπτοι διαφέρουν. παίρνουν συνήθως τη μορφή που τους χαρίζει ο άνεμος. οι ευκάλυπτοι είναι μοναχικοί. απόμακροι. στοχαστικοί. μοιάζει σα να σηκώνουν στα κλαδιά τους όλη τη λύπη των ανθρώπων. κι η λύπη δεν είχε ποτέ γνώριμο σχήμα. κρέμεται πάντα σιωπηλά, κάτω από το φως του ήλιου, σαν τα κλαδιά του ευκάλυπτου”.

Αλκυόνη Παπαδάκη, ξεφυλλίζοντας τη σιωπή

ιταμός

το μόνο πράγμα που νιώθω να μου αδειάζει από μέσα μου με τα χρόνια είναι το θράσος μου, το καλώς εννοούμενο, αυτό που σου επιτρέπει να είσαι ο εαυτός σου ο αληθινός. το θράσος να μιλάς πιο γρήγορα από όσο σκέφτεσαι και να μη μετανιώνεις που βγήκε κάτι άκομψο αλλά πραγματικό. αυτό το θράσος δεν θέλω να φύγει. θέλω να το ξαναβρώ. τόση προσαρμοστικότητα δεν την αντέχω. ούτε οι σαύρες της αφρικής.

πανσέληνος, αναδρομικά

κάθε χρόνο στις 13 αυγούστου είμαι καλεσμένη σε πάρτυ, τα τελευταία 10 χρόνια, άσχετα αν δεν έχω πάει ποτέ. φέτος είχε και πανσέληνο εκείνη τη μέρα, θα ήθελα πολύ να είμαι εκεί αλλά ήμουν αλλού, πάλι. δεν ξέρω βέβαια αν έγινε κιόλας το πάρτυ αυτό, αλλά είναι ένα ραντεβού που δεν θέλει επιβεβαίωση, έτσι όπως ήρθες το ξημέρωμα και μου το θύμισες ξαφνικά μέσα από το ξάφνιασμα του ονείρου και της συνάντησής μας που είχε καιρό να πραγματοποιηθεί. στο είχα ζητήσει και παλιότερα στο “φύγε γέφυρα” και είχες φύγει. οπότε γύρισες, είπες να κάνεις ένα πέρασμα, να με καλέσεις και ήταν φυσικό. και πανσέληνος και πάρτυ και αύγουστος, θα ήταν πολύ καλή ευκαιρία. θα ήταν. μέλλον και παρελθόν. το παρόν όμως με ήθελε σε άλλο χώρο και χρόνο από τον δικό σου, πάλι.  έλειπα, έλειπες, δεν πειράζει. δεν έγινε και τίποτα. η γη συνεχίζει να γυρίζει, έτσι δεν είναι ; πανσέληνος ήταν και πέρασε, γιορτή και τελιεώσε, αν άρχισε ποτέ.

Ρείθρο

έλειψα πολλές μέρες, το ξέρω. οι σκέψεις μου είναι ακόμη ρηγμένες εδώ και εκεί, στο ρείθρο του απέναντι δρόμου, που όπου να ναι θα τις παρασύρει ξανά κάτι, σήμερα η βροχή. γι αυτό πρέπει να προλάβω να τις μαζέψω πριν μου φύγουν πάλι. έχουν αλλάξει πολλά μέσα σε αυτό το χρόνο. ο μελωδία πια δεν μου κρατάει συντροφιά μιας και αποφάσισε να γίνει κακή απομίμηση του εαυτού του, ελλείψει χρημάτων φαντάζομαι, το δίφωνο έγινε pepper, ο άντρας μου έχασε 2 φορές τη δουλειά του, εγώ κλείστηκα πολύ στο σπίτι και δεν αντέχω καθόλου το έξω που τόσο λάτρεψα. δυο, τρεις άνθρωποι είναι παρόντες στη ζωή μου και αυτή μου η αυτάρκεια είναι κάτι που θαυμάζω και με καλύπτει. διάβασα λίγα βιβλία φέτος, κι αυτό για οικονομικούς λόγους, δεν πήγα καθόλου κινηματογράφο και γενικά όταν είχα να επιλέξω τι να κάνω με το χρόνο μου διάλεγα μια ήσυχη και κοντινή βραδινή βόλτα στη γειτονιά. σας φαίνεται μίζερο; κι όμως δεν ήταν. ήταν ωραίο τα βράδια που κάπως έπεφτε η τόση ζέστη, μύριζες τα νυχτολούλουδα, έβλεπες τους γείτονες σε μπαλκόνια και σε αυλές. μιζέρια είναι να πληρώνεις 4 ευρώ τον καφέ. μιζέρια είναι να συνειδητοποιείς πόσα χρόνια σε κοροϊδεύουν. γι αυτό άστους, μη χαλιέσαι και προχώρα με το δικό σου, μονάκριβό σου απόκτημα, τον εαυτό σου, παρακάτω. προχώρα με όσα έχεις χτίσει και χτίσε κι άλλα γιατί αυτά θα μείνουν και σε εσένα και στους δικούς σου. η αγάπη που έχεις, η ηρεμία που μπορείς να τους μεταδώσεις όταν τους απασχολεί κάτι, η συμπόνοια όταν χρειαστεί, η αλήθεια σου στο κάθετί.

πόσα θα αλλάξουν ακόμη; έχουμε μακρύ δρόμο μπροστά μας καθώς φαίνεται. μακρύ και ζεστό ήταν και το καλοκαίρι, πόσα να αντέξεις όταν κουβαλάς και δύο παιδιά; μακρύς θα είναι και ο χειμώνας αλλά τουλάχιστον να μας βγάλει σε ένα ξέφωτο που να μπορέσει ο καθένας να ξαναβρει τον εαυτό του που μέσα σε αυτή τη χώρα έχασε, μπας και τα παιδιά που θα έρθουν αυτό το χειμώνα στο φως καταφέρουν να δουν και να διατηρήσουν όσα μέχρι τώρα δεν είδε μάτι έλληνα αυτούς τους σχεδόν 2 αιώνες αποτυχίας αξιοπρεπούς ύπαρξης ελληνικού κράτους.

 

 

μ2

τέλη ιουλίου και τρέχουμε πανικόβλητοι. δεν μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή μας, μας ζει εκείνη. άμα τη ρωτήσουμε άραγε τι θα μας πει για εμάς; θα έχει καμία σχέση η δική της εικόνα με αυτή που έχουμε εμείς για εκείνη; άρχισες να ρωτάς πάλι. κι εγώ που νόμιζα ότι μετά τα 4 σου χρόνια σταμάτησες πια. κι όμως, αυτό μάλλον δεν σταματάει ποτέ.μας έχει πάρει ο χρόνος σε ένα κυνηγητό αδυσώπητο. να φτιάξω το σπίτι μου, να κάνω οικογένεια, να έχω δουλειά, λεφτά, φίλους. μα καλά, κανείς δεν ζει χωρίς αυτά; κι όμως, ζει.

κάθεσαι τα βράδια και θυμάσαι. προτιμάς τη μοναξιά σου. σε συντροφεύει ο μοναχικός σου εαυτός και γιατί πρέπει να είναι κάτι κακό αυτό; άμα δεν βρίσκεις καλή την παρέα μαζί σου, τότε υπάρχει πρόβλημα, δεν μπορείς να ξεφεύγεις συνέχεια. είναι ωραίο να αποζητάς τον εαυτό σου και να τον βρίσκεις, κι ας τον έχεις χάσει αμέτρητες φορές. σε αμέτρητες παρέες που δεν σου άφησαν τίποτα τελικά αλλά κάτι πήρες, μπορεί να μη θυμάσαι συγκεκριμένα ονόματα και διευθύνσεις αλλά δεν έχει σημασία. η αίσθηση μετράει. είναι ωραίο να περνούν οι μέρες και να μιλάς λίγο. όλα εξάλλου με τον ένα ή τον άλλον τρόπο έχουν ειπωθεί πια. το θέμα είναι τι κάνεις με όσα δεν έχεις κάνει.

μερικές φορές δεν χρειάζονται πολλά λόγια. τις πιο πολλές φορές δεν χρειάζεσαι τίποτα. μια σκέψη μόνο συντροφιά και ένα ανοιχτό παράθυρο να “βλέπει” όπου ταξιδεύει το μυαλό. η ζωή μας έχει γίνει πολύ δύσκολη στην αθήνα, θυμάσαι συχνά τα λόγια του Μάλαμα “πάμε να φύγουμε απ’ αυτή την πόλη”, τα τραγουδάς ακόμα αλλά πράξη πότε θα τα κάνεις; κι εσύ αυτά σκεφτόσουν; μ2. “άδειο ποτήρι η ζωή ή το γεμίζεις ή σε κόβει”

 

καλοκαίρια στο χωριό

Κοιτάς. Γύρω σου. Ολα είναι εκεί. Όπως τα θυμάσαι. Κοιτάς και είναι σα να μην άλλαξε τίποτα. Για λίγο έτσι νομίζεις. Στιγμές μετά βλέπεις, παύεις να κοιτάς. Βλέπεις τις αλλαγές και αναρωτιέσαι, πού πήγαν όσα  ήταν μέχρι πριν από λίγο εκεί; Όσο καθαρά και να προσπαθείς να δεις, οι άνθρωποι έχουν φύγει από καιρό. Κι αυτό είναι που έχει αλλάξει τον τόπο πάλι.Μπορεί η εκκλησία που στέκει να σου θυμίζει απογεύματα,βράδια, πανσελήνους, μπορεί το πανηγύρι να είναι εκεί κάθε χρόνο, αλλά δεν είναι το ίδιο που ήταν τότε. Ούτε εσύ είσαι ίδιος, ούτε κανείς, πώς να είναι τα υπόλοιπα; Πότε θα ξαναβρεθούμε όπως άλλοτε; Δεν είμαι νοσταλγός απλώς θα ήθελα κάθε παρόν μας να κουβαλάει την ομορφιά που θα έχει το μέλλον μας, φτιαγμένο από την αγνότητα που είχε το παρελθόν μας. Με νιώθεις;

σύντομες σκέψεις

από το πρόσφατο παρελθόν

αφού το τέλος είναι σκοπός τότε σκοπός μου είναι να φτάσω μέχτι το τέλος (μου).

είχαμε εκστασιαστεί όταν στην τρίτη δέσμη μάθαμε ότι στα αρχαία το τέλος σήμαινε σκοπός… και το θυμόμαστε ακόμη αλλά τώρα πια γελάμε.

 

Κρατάει χρόνια αυτή η βρώμα

Ποια θα είναι η συνέχεια αυτού του σήριαλ που ζούμε τρομοκρατημένοι εδώ και ενα μιση χρόνο; Αυτό δεν είναι καθημερινότητα, δεν είναι ρουτίνα, είναι αηδία. Δεν μπορείς ούτε να έχεις τη χαρά της ρουτίνας πια. Της δικής σου καθημερινότητας, της δικής σου επανάληψης. Σε αφορούν όλα πλέον. Έχουν γίνει δικά σου όλα τα κοινωνικά βάρη. Ο αλλοδαπός στο φανάρι, ο άστεγος στο παγκάκι, οι γιατροί στα νοσοκομεία, οι συγχωνεύσεις στα σχολεία, η αξία του χρήματος που δεν έχεις καν, ο ρόλος των δημοσιογράφων, ο αριθμός των ανέργων, τα φώτα στη μισή συγγρού που τα βλέπεις ανοιχτά όλο το πρωί και δεν ξέρεις ποιον να πάρεις τηλέφωνο να τα σβήσει, όλα αυτά τουλάχιστον είναι κάθε μέρα και κάθε νύχτα στο κεφάλι σου. Ποια παγίδα ήταν τόσο μεγάλη που πέσαμε και δεν μπορούμε να δούμε καν πού είναι η τρύπα της; Από πότε η δημοκρατία δεν προσφέρει λύσεις σε αδιέξοδα; Μήπως από τότε που στην Ελλάδα μπερδέψαμε τον λαϊκισμό, τον εύκολο και απαίδευτο δρόμο, με τη δημοκρατία; Είναι τουλάχιστον κακώς παιγμένο το έργο, όχι μόνο κάκιστα γραμμένο. Όταν ακούς τον πρωθυπουργό μιας χώρας να λέει: ” Άι στο καλό” σαν άλλος μικρός μήτσος τύπου άι χάσου μυρμηγκάκι, δεν έχεις να περιμένεις πια τίποτα από τέτοιου είδους πολιτικές σάχλες. Ειλικρινά, βαρέθηκα. Ούτε το σεσουάρ για δολοφόνους δεν παίζεται τόσα χρόνια, με τους ίδιους ηθοποιούς. Συνεπώς, είναι τουλάχιστον αστείο να περιμένει η “παράσταση” αυτή στην Ελλάδα  να ξανακόψει εισιτήριο. Πόσες φορές θα δει ο Έλληνας το ίδιο έργο; Δεν βαρέθηκε “το ρετιρέ” τόσα καλοκαίρια; Νόμιζω πως ήρθε η ώρα για ένα νέο φωτεινό σκηνικό, που θα στηθεί με πολύ κόπο και δυσκολία αλλά θα είναι από υλικά ακριβά. Έξάλλου, “για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή”, αν θέλουμε να γυρίσει ο ήλιος μέσα μας και να μην μας πνίξουν οι τροπικές καταιγίδες.

νυχτερινή ασυμφωνία

Κι είναι βράδια που το μυαλό φεύγει και η ανάμνηση ξαναζεί, κι ας παίζει αλλιώς το έργο αυτή τη φορά. Μερικές φορές έχουν τόσο ενδιαφέρον οι επανεκτελέσεις. Δείχνουν πώς επιδρά μέσα μας το ίδιο θέμα σε διαφορετική σκοπιά. Είναι αυτά τα βράδια που ένας γλυκός ύπνος προσπαθεί να σε τραβήξει στο βάθος της μεθυσμένης νυχτιάς αλλα δεν σου λέει ούτε το πόσο βαθιά και πόσο μεθυσμένη είναι, σε αφήνει ανυπεράσπιστο να διαλέξεις χωρίς στην πραγματικότητα να έχεις επιλογή. Θες μόνο να σηκωθείς να γράψεις για να γλιτώσεις. Πριν σου γίνει συνείδηση τι θες να κάνεις, έχεις ήδη φύγει για τα μέρη της νυχτιάς. Αυτο ήθελες; Τότε τι στέκεσαι δύο νύχτες μετα και γράφεις; Θαρρείς τα ίδια θα έγραφες αν δεν είχες φύγει, αν για μία ακόμη φορά δεν το έβαζες στα πόδια;

ακριβές αντίγραφο

είχα πριν καιρό δει με έναν καλό μου φίλο το φιλμ  copie conforme του Abbas Kiarostami. πριν πέντε μήνες. οι ταινίες όμως δουλεύουν μέσα μας, αν τις αφήσεις. και τότε την άφησα να το κάνει χωρίς να δω αποτελέσματα. χθες όμως, εκεί που μαγείρευα κεφτεδάκια με πατάτες στη σάλτσα, το αγαπημένο μου, σκέφτηκα ότι στη ζωή τελικά μπορεί να αγαπήσεις το ακριβές αντίγραφο αντί για το γνήσιο, πολύ απλά γιατί το γνήσιο δεν κατάφερες να το έχεις ποτέ. τελικά, μόνο εσύ το ξέρεις αυτό, αφού στην ουσία το αντίγραφο έχεις κάνει σημαία και αλήθεια στη ζωή σου.

φύγε γέφυρα

μόνο να γράφω, αυτό μπορώ για να σε αντιμετωπίσω, να σε ξορκίσω. τι άλλο πια θέλεις να ξέρεις για μένα; και γιατί; ζω σε μια ήσυχη γειτονιά με ανθρώπους που έχουν σκυλιά και τα βγάζουν συνέχεια βόλτα. νομίζω ότι αυτό είναι καλό, δείχνει ενδιαφέρον. εγώ ακόμη δεν έχω σκύλο παρόλο που η γειτονιά στο εμπνέει. ίσως τώρα που θα φέρω στον κόσμο δύο πλάσματα στην τιμή του ενός, μα πόσο οικονόμος πάντα, ίσως τότε θέλουν κι εκείνα να πάρουμε, σίγουρα θα θέλουν. αυτό τον καιρό που δεν έχει αποφασίσει αν θα είναι άνοιξη ή χειμώνας, ο ουρανός το δειλινό γίνεται τρισδιάστατος με σύννεφα μαβιά, με κάνει να σκέφτομαι πως έτσι και η ζωή μας, με τα “σύννεφα” μπορεί να έχει οντότητα και ζωή αληθινή να μοιραστείς, τα “σύννεφα” τής δίνουν νόημα. χωρίς σύννεφα είναι ένα φλατ απέραντο πράγμα χωρίς αρχή, μέση, τέλος. και καλό είναι να ξέρεις πού αρχίζει και πού τελειώνει κάτι. τι άλλο θες να ξέρεις; ότι ακόμη δεν οδηγώ; ότι δεν πηγαίνω πια σε συναυλίες και ακούω μόνο ραδιόφωνο; ότι είμαι ακόμα στην ίδια δουλειά; ότι εγώ σε πήρα τη μεγάλη πέμπτη για να δω αν είσαι στα εξωτερικά ή αν έχεις φύγει για το νησί; ότι “τις νύχτες μπαίνεις στα όνειρά μου λες και ήρθες σε δικό σου κήπο”; ότι αυτό είναι κάτι που με εξουθενώνει και το πρωί δεν μπορώ να ξεφύγω από αυτό; είναι σα να ζω σε παράλληλους κόσμους. το κάνω κι εγώ; έρχομαι και εγώ εκεί; δεν το θέλω να έρχομαι και σε παρακαλώ να κάνεις το ίδιο. πάρε τα όνειρά σου και φύγε. δεν θέλω τέτοιου είδους γέφυρες avatar. θέλω επαφή πραγματική κάτι που για σένα αποτελεί επιστημονική φαντασία. προσπαθώ να σκεφτώ πού έχω κάνει το πιο μεγάλο λάθος και τιμωρούμαι ακόμη. έκανα λάθη πολλά, τα ανγνώρισα όπως κι εσύ κι ας μην ήταν της ίδιας βαρύτητας. πατσίσαμε είπαμε, έτσι δεν είναι; γιατί δεν τηρείς το λόγο σου; ζήτησα από τη μαρία που σε ξέρει και δεν είχε και την καλύτερη γνώμη για σένα να μου δείξει το δρόμο και να με προστατεύσει όσο μπορεί. ξέρει πόσο έχω ταλαιπωρηθεί από την ύπαρξή σου, παρούσα ή μεταφυσική δεν έχει σημασία. αλλά εσύ μην ξεχνιέσαι, κόψε αυτές τις νυχτερινές επισκέψεις. είναι αδιάκριτες και με βρίσκουν απροετοίμαστη. 2011 έχουμε πια, δεν βαρέθηκες να το κάνεις;

θα έρθουν και οι απογραφείς και τι θα τους πω; ότι ζεις και εσύ ανάμεσά μας; κάποιος πρέπει να σε καταγράψει κι ας λείπεις.

μια πόλη για 4

περίεργα πράγματα συμβαίνουν. με ή χωρίς ένστικτο ότι θα συμβούν, δεν έχει σημασία. συμβαίνουν και αφού συμβαίνουν προϋποθέτει τη συμμετοχή τουλάχιστον άλλου ένα εκτός του εαυτού σου, κι αυτό είναι κάτι!

πρωί που φεύγω για δουλειά ακούω όντως τα κοτσύφια που ήρθαν στην πόλη και γελάω. είναι περίεργο. ο κόσμος καταστρέφεται και τα πουλιά κελαηδούν. μήπως τελικά υπάρχει ελπίδα;

 βασανίζομαι λέει πάλι ο τοίχος απέναντί μου. Της σιγουριάς τα υλικλά είναι λόγια γλυκά σε κασέτες γραμμένα, ακούω στα ακουστικά και γυρνάω πίσω πάλι, με την άδεια του οδηγού τρόλεϋ. Οι κεραίες εκσυχρονίστηκαν και έτσι δεν χρειάστηκε να κατέβω να τους αλλάξω κατεύθυνση, γίνεται αυτόματα πια, με μια σκέψη.  

soundtrack στιγμών

Σκέφτομαι πόσα τραγούδια συνοδεύουν τη ζωή μας όχι για μια σεζόν, για χρόνια, για δεκαετίες. Είναι τόσα πολλά που μου περνούν από το μυαλό, τόσες συντροφιές, τόσες μοναξιές, τόσες σκέψεις. Αν θα πρεπε να τα συνοψίσω σε δεκαετίες θα έλεγα ότι αυτά ήταν το soundtrack της κάθε δεκαετίας. 0-10: Σερενάτα, 11-20: Η μέρα εκείνη δεν θα αργήσει, 21-29: Μια θάλασσα μικρή. Εσάς ποια είναι τα τραγούδια των δεκαετιών σας;

το καλύτερο δώρο

πριν μπω στην τέταρτη δεκαετία της ζωής μου, το έλαβα από τη σταθερή αξία της ζωής μου, το alter ego μου, τον φίλο μου, συνοδοιπόρο μου, συναγωνιστή μου, πώς να τον πω και να του αρέσει, δεν ξέρω. το θέμα είναι ότι είμαστε εδώ. ο ένας για τον άλλον. ο άλλος για τον έναν!

περίμενα…

τη βροχή πριν την άνοιξη. αρχές μάρτη και λούστηκα με τις σταγόνες της βροχής που τελικά έριξε σήμερα και είναι όμορφα. είναι αστείο να διαλύονται όλα με μια βροχή. δρόμοι, φανάρια, αυτοκίνητα, κίνηση, μνήμες, άγχη.

μέσα φλεβάρη βρέθηκα στην άπω ανατολή. καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα, δεν ήταν κι άσχημα. καθόλου άσχημα, όλα είχαν σχήμα και χαμόγελο εκεί. οι άνθρωποι ήταν άνθρωποι. κοιτούσαν εσένα μες τα μάτια σου, όχι πίσω σου, όχι την τσέπη σου κι ας μην έχουν λεφτά. ένα πιάτο φαϊ και η θάλασσα, η καθημερινή επαφή με τη φύση τούς είναι αρκετά. ζούνε καλά με αυτά. κι εμείς καλά θα ζούσαμε με αυτά, μα ξεχνούμε. ξεχνούμε τι μας λείπει, τι μας γεμίζει, τι μας κάνει αυτό που είμαστε.

εκεί, λοιπόν, θάλασσα πολλή. απέραντη. πανταχού παρούσα, με το χρώμα και την αλμύρα της. τη μυρωδιά και την αύρα της. με άμπωτη και παλίρροια. με την πανσέληνο να φωτίζει την άμμο. με έρωτα, κρασί και ανεμελειά. θυμηθήκαμε ξανά τη ζωή, τη χαρά της ζωής. χρειάζεται κι αυτό. μακριά από απεργίες μέσων μαζικής μεταφοράς. μακριά από ψεύτικο πλουτισμό, δάνεια και παρακάλια. η φτώχεια εκεί είναι φτώχεια. αμείλικτη. αυτή όμως είναι η αλήθεια. η αλήθεια σε ανταμοίβει κι ας σε ξεγυμνώνει. δεν σε σκοτίζει με έννοιες και περιττά. καταλαβαίνεις τι εννοώ, έτσι δεν είναι;

δεν έχω πολλά να γράψω. προτιμώ να κοιτάζω τη βροχή καθώς πέφτει ατόφια και διάφανη δίνοντας σχήμα στο τζάμι μου. προτιμώ να ακούω τη βροχή που πέφτει με δύναμη τόση που να μπορεί να την ακολουθούν οι παλμοί στην καρδιά μου.

ησυχία

χθες το βράδυ ησυχία νεκρική. το παρατήρησε και η όλγα λασκαράτου κι ένιωσα κάπως καλύτερα που είχε η σκέψη μου κι άλλη παρέα. ούτε ανάσα. δεν ακουγόνταν τίποτα. βγήκα έξω να ποτίσω και δεν υπήρχε ούτε ένα φως αναμμένο για παρηγοριά. δεν κυκλοφορούσε ψυχή στους δρόμους λες και ήταν αύγουστος και όλοι έλειπαν σε διακοπές ή είχαν τραβήξει για μια βόλτα στη θάλασσα.  τίποτα από αυτά δεν είχε συμβεί.

είναι πολύ ωραίο να νιώθεις ότι είσαι μόνος σου με τον ψυχρό αέρα και το μπλε μαύρο της νύχτας να σε τυλίγει. νομίζεις ότι αυτή τη στιγμή, που τόσο μόνος νιώθεις θα ανοίξει ο θεος το μικρόφωνο του ουρανού θα φυσήξει και θα ακουστεί: φςς, φςς, ένα , δύο, ένα. Ε, εσύ, εκεί, εσύ που νομίζεις ότι είσαι μόνος σου στο μπαλκόνι, μπες μέσα για να νομίζουν κι οι άλλοι ότι είναι μόνοι. Μέσα γρήγορα!

καμία επιστροφή

Γερμανικά. Μια γλώσσα που με κυνηγά ακόμη. Κάτι μεταφυσικό γίνεται με τη γλώσσα αυτή, με τη χώρα, τους ανθρώπους, δεν ξέρω τι με οδήγησε εκεί. Διαβάζω και το τελευταίο βιβλίο της Α. Μιχαλοπούλου με τίτλο “Πώς και κρυφτείς” και δεν ξέρω όχι μόνο πώς αλλά και πού να κρυφτώ.

Αυτό το “ρ” στη λέξη zurück (γυρισμός) από το τραγούδι που έχω στην αρχή είναι το κάτι άλλο. Μου ξεσηκώνει το είναι. Δεν νομίζω ότι μπορώ να το αντιμετωπίσω. Είναι σαν τον τρόπο που ερμηνεύει ο τραγουδιστής των metallica το  “far” στο τραγούδι “nothing else matters”. Κολλήματα, καλέ, τι να πεις;

Σκέφτομαι τη λέξη “επιστροφή”. Δεν ξέρω γιατί. Θέλω να επιστρέψω ή να φύγω; Να επιστρέψω πού; Πίσω όχι. Άρα η επιστροφή δεν είναι η κατάλληλη λέξη. Ή μήπως είναι;

Πότε ήταν που ταξιδεύαμε χωρίς να μας νοιάζει τι ώρα θα φτάσουμε; Πότε ήταν που μιλούσαμε ξημερώματα στο τηλέφωνο νομίζοντας ότι δεν θα κοιμηθούμε ποτέ; Πότε που ο έρωτας μας φαινόταν αγώνας χωρίς χαμένο; Πότε ήταν που με τις αναπάντητες δείχναμε την αγάπη μας; Πότε μια μέρα διαρκούσε όσο η αιωνιότητα; Πότε τα παγκάκια ήταν το καλύτερο και πιο οικονομικό στέκι με άπειρη θέα; Πότε ήταν που μιλούσαμε λέξεις βαριές με τη σιωπή μας; Πότε ήταν τότε;

Μεταξύ Θηβαίου, Αλκίνοου και Δεληβοριά θα παντρευόμουν χωρίς δεύτερη σκέψη τον τελευταίο. Είναι ο πιο φλώρος αλλά μ’ αρέσει. Δεν αλλάζει ο άνθρωπος παιδί μου. Μ’ αρέσει το ταξίδι μαζί του κι ας μην έχει καμία επιστροφή.

Στίχοι, απόπειρα μετάφρασης δική μου

Weißt du noch, wie’s war?
Ακόμη ξέρεις, πώς ήταν πάντα;
Kinderzeit – wunderbar:
Παιδικά χρόνια- θεσπέσια:
Die Welt ist bunt und schön.
ο κόσμος είναι πολύχρωμος και όμορφος
Bis du irgendwann begreifst,
μέχρι κάποτε να καταλάβεις,
Dass nicht jeder Abschied heißt,
ότι τίποτα δεν είναι κάθε φορά αντίο,
Es gibt auch ein Wiedersehen.

υπάρχει επίσης και το επανιδείν.

Immer vorwärts. Schritt um Schritt.
πάντα μπροστά. βήμα προς βήμα
Es geht kein Weg zurück.
δεν υπάρχει επιστροφή.
Was jetzt ist, wird nie mehr ungeschehen.
Ό,τι τώρα είναι, δεν μπορεί πια να πάψει να υπάρχει.
Die Zeit läuft uns davon.
ο χρόνος μας προσπερνάει
Was getan ist, ist getan.
ό,τι έγινε, έγινε.
Und was jetzt ist, wird nie mehr so geschehen.
και ό,τι τώρα είναι, δεν θα γίνει πια το ίδιο ξανά.

Ein Wort zuviel im Zorn gesagt,
Μια λέξη με τόση οργή ειπώθηκε,
Einen Schritt zu weit nach vorn gewagt:
Ένα βήμα φοβάται να προχωρήσει πολύ
Schon ist es vorbei.
ήδη έχει πάει παρακάτω.
Was auch immer jetzt getan,
Ό,τι επίσης πάντα μέχρι τώρα έκανα,
Was ich gesagt hab, ist gesagt.

ό,τι έχω πει, έχει ειπωθεί.
Und was wie ewig schien, ist schon Vergangenheit.
και ό,τι φάνηκε να είναι αιώνιο, είναι ήδη παρελθόν.

Ach, und könnte ich doch
A, και ακόμη μακάρι να μπορούσα
Nur ein einziges Mal
μόνο για μια ακόμη φορά
Die Uhren rückwärts drehen.
να γύριζα το χρόνο πίσω.
Denn wie viel von dem,

τότε πόσοι πολλοί από αυτούς,
Was ich heute weiß,
που ξέρω σήμερα,
Hätte ich lieber nie gesehen.
θα ευχόμουν να μην τους είχα δει ποτέ.

Dein Leben dreht sich nur im Kreis.
η ζωή σου ακόμη περιστρέφεται σε κύκλους.
So voll von weggeworfener Zeit.
τόσο γεμάτη από ξοδεμένο χρόνο.
Deine Träume schiebst du endlos vor dir her.
μεταθέτεις τα όνειρά σου στο άπειρο
Du willst noch leben, irgendwann.
θέλεις ακόμη να ζήσεις, κάποτε.
Doch wenn nicht heute, wann denn dann?
τότε πότε αν δεν είναι σήμερα? πότε το τότε;
Denn irgendwann ist auch ein Traum zu lange her.
το κάποτε είναι ακόμη ένα όνειρο που διαρκεί.

προφανώς και ενδεχομένως

7.50. με κλειστά τα μάτια σκέφτεσαι τι ωραία που έχεις βολευτεί στο κρεβάτι σου, ενώ άργησε να σε πάρει ο ύπνος. 7.55. χτυπάει το ξυπνητήρι. Μόνο πέντε λεπτά βολεύτηκες. Πρέπει να σηκωθείς να μαγειρέψεις και να κάνεις καφέ. Εσύ το ήθελες αποβραδίς έτσι το είχες προγραμματίσει. Σηκώνεσαι χωρίς πολλά πολλά. Ανοίγεις τα παράθυρα. Μπαίνει ο αέρας. Ξεφυσάς, ανοίγεις τον απορροφητήρα, σου ρουφά και τις σκέψεις, ευτυχώς.9.20. πας στη στάση. Δεν περνάει το λεωφορείο που θες. Παίρνεις ένα άλλο. Πρέπει πάση θυσία να είσαι στη δουλειά στην  ώρα σου. Δεν θα σαι. Μπαίνεις στο λεωφορείο. Κάθεσαι. Το μπουφάν κουμπωμένο μέχρι επάνω. Τα γυαλιά ήλιου σου καλύπτουν σχεδόν όλο το πρόσωπο. Κοιτάς την άσφαλτο που τρέχει και σκέφτεσαι ασταμάτητα. Ακούς ράδιο από τα ακουστικά. Βλέπεις τα αυτοκίνητα που περνούν και τα άλλα που είναι σταματημένα. Βλέπεις γυναίκες να μιλάνε στο κινητό μόνες και άλλες με παρέα να βάφονται λες και είναι σπίτι τους. Κόσμος μπαίνει συνέχεια. Το λεωφορείο γεμίζει. Μία δημοσιογράφος στέκεται στα σκαλιά του μετρό σε πλησιάζει, δεν ακούς καν τι σου λέει.Φτάνεις στη δουλειά με μισή ώρα καθυστέρηση. Ε και τι έγινε; Εικάζεις, σκέφτεσαι τι συνέπειες θα έχει αυτό. Πάλι σου ξέφυγε η ουσία. Μα πού είσαι όταν οι άλλοι τρώνε ώρες από τη ζωή σου;

Ιδέα-γλόμπος

Όσο πιο τέλειο είναι το σπίτι σου, τόσο περισσότερο φαίνονται οι ατέλειες σου. Δεν είναι κακό. Είναι καλό να υπάρχει ο σωστός φωτισμός. Αυτός που σε ξεγυμνώνει και σε δείχνει στις διαστάσεις που είσαι, που έχεις, που διαθέτεις.

αδειες μερες

Αφου περασαν οι αγιες μερες, περναμε στις αδειες μερες, οπως τις ονομαζει ο φιλος μου. Αν το σκεφτεις, δεν ηταν για εμας εφετο και τοσο αδειες. Δεν καναμε ουτε μια σπαταλη, ουτε μια υπερβολη, ουτε ενα φανταστικο ταξιδι στο χρονο. Ημασταν συνετα παιδια. Φαγαμε με τις οικογενειες μας, δικαιολογηθηκαμε για την απουσια δωρων, κατσαμε στα σπιτια μας και αποδρασαμε απο τον πανικο των ημερων, που σε θελουν να τρεχεις πανικοβλητος φορτωμενος με δωρα. Παρολο που δεν ειχαμε αδεια, κατι καναμε. Αναψαμε το τζακι, ηπιαμε κρασι, ακουσαμε τα καλαντα, αγορασαμε λαχειο-δεν κερδισαμε, δεν καλεσαμε φιλους-δεν ηρθε κανεις, δεν παιξαμε χαρτια-ευτυχως! Σημερα η βροχη. Ξυπνησα κουβαλωντας το τελευταιο μου ονειρο, που με τραβουσε πισω, παλι. Προσπαθησα να του ξεφυγω. Τελικα, εμεινα μαζι του ολο ερωτηματικα και με μια οσμη καμμενου ξυλου, που σε φερνει πιο κοντα στην υπαρξη σου. Με ξυπνησε νωρις το ονειρο αλλα με κρατησε μεσα. Δεν ειχα διαθεση τιποτε αλλο παρα διαβασμα, καναπε, καφε. Ειναι ωραιο να διαβαζεις ολη μερα και να χανεσαι μονος σου σε σκεψεις. Ετσι ειναι ο θανατος; Διαβαζα ολη μερα μαζι με το σαουντρακ της βροχης αλλοτε χαμηλο κι αλλοτε στη διαπασων. Διαβασα ο,τι ηθελα. Απο την ανασκοπηση της χρονιας του περιοδικου big fish, την επιστολη του χ.χωμενιδη στις γυναικες και το νεο βιβλιο της α.μιχαλοπουλου “πως να κρυφτεις”. Ειμαι κιολας στη σελιδα 107 αν και θα θελα σημερα να ολοκληρωσω και τις 368 σελιδες αλλα εχω να μαγειρεψω και σουτζουκακια. Μ αρεσει να νιωθω οτι θα τα προλαβω ολα μεσα σε μια μερα. Αληθεια, εσυ, τι εκανες σημερα; Κοιτουσες ολη μερα τη θαλασσα; Περιμενες να σου πει τι; Οτι ζει ο βασιλιας αλεξανδρος;

πέρασε πολύς καιρός…

τελικά, είναι διαπιστωμένο. γράφω μόνο για εκείνους που (μου) λείπουν. είχες δίκιο. ποτέ δεν είχα γράψει κάτι για σένα. ήσουν τόσο στη ζωή μου που δεν είχε νόημα. τα ήξερες όλα. ήθελα να τα ξέρεις όλα. αδυναμίες-ανεξήγητες-είναι αυτές. σήμερα όμως τυχαία(;) με πήρε μία γνωστή, που μόνο τη φωνή της γνωρίζω, και με ρωτούσε πληροφορίες για τη βυζαντινή τέχνη. έτσι κι εγώ ανέτρεξα στον delvoy, που τόσο με είχε ταλαιπωρήσει να τον απομνημονεύσω, και βρήκα ένα γράμμα σου ή μάλλον τρία γράμματά σου αλλά μέσα στον ίδιο φάκελο. τα 2 ήταν γραμμένα με το αριστερό σου χέρι, τότε που πονούσε το δεξί και νόμιζες ότι  δεν θα μπορέσεις να ξαναζωγραφίσεις. δεν ξαναζωγράφισες βέβαια, όχι από πόνο, από έρωτα… τεσπα, ένα είδος πόνου είναι κι αυτού του είδους οι έρωτες. επιλογές είναι αυτές. μακάρι να ήξερες τι μου έγραφες στα γράμματα αυτά! πρέπει να κρατάμε πρωτόκολλο εισερχομένων και εξερχομένων, πρωτίστως εξερχομένων για να θυμόμαστε ποιοι ήμασταν, τι νιώθαμε, τι γράφαμε. είμαι σίγουρη ότι δεν θυμάσαι καν τι έγραφες αλλα και να θυμάσαι, τι σημασία έχει; μ αρέσει που σε κρατάω ως ανάμνηση γραπτών και ζωγραφικής. τα γραπτά μένουν είναι αλήθεια. και η σκέψη και η νοσταλγία για όσα πέρασαν αλλά δεν θα ξαναέρθουν, δεν θέλω να ξαναέρθουν. ήθελα να έχουν μια φυσική συνέχεια. μετά τη διακοπή τους καμία επιστροφή δεν είναι πια αναγνωρίσιμη.

Δντούγεννα

Όλοι μιλάνε για ένα μαύρο μέλλον. Το μέλλον θα είναι άσχημο. Χωρίς σχήμα, απρόβλεπτο, ανεξέλεγκτο. Μα μήπως δεν το ζούμε το μέλλον; Το σήμερα πόση διαφορά μπορεί να έχει από το αύριο;

Περνάς καλά; Ζεις όμορφα, ήσυχα; Όπως φανταζόσουν; Όχι. Γιατί; Πολλά γιατί, λίγες απαντήσεις. Η δυστυχία αρχίζει εκεί που δεν έχεις πια χρόνο για τον εαυτό σου. Ασχολείσαι με όλα ατα άλλα εκτός από εσένα. Αυτό οδηγείσ την καταστροφή. Γιατί θα έρθει η στιγμή να κοιτάξεις μέσα σου. Κάποια στιγμή θα βρεθείς μόνος με εσένα. Και τότε; Τι; Θα δεις ότι ζεις μια ζωή που δεν ήταν ούτε δική σου όυτε για εσένα. Δεν αφορούσε εσένα, άρα κανέναν. Τι να κάνεις όμως; Οι συνθήκες. Δεν περίμενες να ζήσεις σε τέτοια εποχή. Περίμενες να ζήσεις την εποχή των γονιών σου κάνοντας άλλες δράσεις και επιλογές. Καμιά εποχή όμως δεν σου χαρίζεται αν η προηγούμενη έχει παίξει με σημαδεμένα χαρτιά, συνειδητά ή μη.

Δεν ξέρω σε ποια μάυρη τρύπα χάθηκαν τα λεφτά και τα χρόνια μας. Το μόνο που ξέρω είναι ότι τα δεύτερα δεν γυρνάνε πίσω σε όποια τράπεζα κι αν τα κλείσεις.  Όσο πιο τέλειο είναι το σπίτι σου, τόσο περισσότερο φαίνονται οι ατέλειες σου. Δεν είναι κακό. Είναι καλό να υπάρχει ο σωστός φωτισμός. Αυτός που σε ξεγυμνώνει και σε δείχνει στις διαστάσεις που είσαι, που έχεις, που διαθέτεις.

six-έλα

ήμασταν δυο καλλιτεχνικές φύσεις που συκοφαντήθηκαν. θυσιάστηκαν μπροστά στη λογική που έπρεπε να επιστρατευθεί εν όψει γεγονότων.

θυμάσαι το λούνα παρκ του νέου φαλήρου; τις αφηρημένες ζωγραφιές μας; τις διαδρομές, καλλιθέα ρέντη, αργά το βράδυ, μετά τα γερμανικά; πόση γνώση κουβαλούσαμε για να αφήσουμε κάτι άλλο πίσω μας; παρόλη τη γνώση και την επιβεβλημένη ωριμότητα παραμένουμε παιδιά με ένα πείσμα εξίσου παιδικό. πόσες φορές μάς μεγαλοποίησαν; ακόμη δεν το κάνουν; κι εμείς όμως παραμένουμε εδώ, γελώντας με τα δικά μας, αγνοώντας τις ερινύες. δεν ήταν και τόσο κακές, τελικά. από αγάπη έκαναν τόσα λάθη. εμείς από αγάπη πρέπει να κάνουμε μόνο το σωστό, δεν έχουμε την πολυτέλεια της επιλογής, το ξέρεις. αλλά ας κάνουμε το σωστό σαν να ήταν φυσική επιλογή μας και πού ξέρεις; μπορεί να ζήσουμε καλύτερα! όσο είσαι εδώ, έχω ταυτότητα, μνήμη και παιδικά χρόνια! σ’ ευχαριστώ για όσα ζήσαμε κι ας είσαι ο μικρός μου αδερφός! για μένα θα είσαι πάντα μεγάλος!

τι μ’ ‘επιασε και γράφω όλα αυτά θα πεις. δεν μ’ έπιασε. τα έχω μέσα μου όλα αυτά, δεν είναι κάτι καινούριο. τα ζήσαμε. περνώντας από το παλιό λούνα παρκ τα θυμήθηκα μονομιάς! τόσο απλά! γιατί καλώς ή κακώς εγώ έχω εσένα και εσύ εμέναι και είναι σπουδαίο αυτό. όχι από μόνο του, εμείς το κάνουμε και ξέρεις, πάντα ήθελα να έχω τον έλεγχο και θέλω όλα και όλοι να είναι καλά! σ’ αγαπώ πολύ και θέλω να είσαι καλά! αυτό μου αρκεί!

 

 

πού; στο περίπου

σε μία ώρα πρέπει να είμαι κυδαθηναίων 14. τα σύννεφα τρέχουν γρήγορα στον ουρανό αντιστρόφως ανάλογα με τη δική μου ταχύτητα. κοιτάω συνεχώς στον ουρανό. πουλιά πάνε πέρα δόθε. δεν ξέρουν τραβώντας σε ποιο σημείο του ορίζοντα δεν θα τους βρει η βροχή. και ποιος ξέρει; γίνονται και τα σύννεφα πουλιά και ανοίγονται προς άγνωστη κατεύθυνση. πίσω τους τρέχει να τα προλάβει με ένα άρμα ο ήλιος αλλά εκείνα τον εγκαταλείπουν χωρίς να το πολυσκεφτούν. νοέμβρης μήνας, τραγουδά ο θαλασσινός και μου φαίνεται δύκολο να το πιστέψω. ωστόσο, πρέπει να είμαστε εντός τόπου και χρόνου. το καλούν οι περιστάσεις, χρειάζεται επαγρύπνηση και εγρήγορση όπως γράφει κι ο φίλος μου στα μιαλ που μου στέλνει κι ας τα ξύνει στο 401. άλλο το ένα άλλο το άλλο. μην τα μπερδεύουμε. άλλο πράξεις άλλο λόγια. έτσι είναι και έτσι ήταν πάντα. μέσα σ αυτές τις σκέψεις η ζυράννα εμφανίζεται στην τηλεόραση. χαίρομαι. μου κρατάει συντροφιά, μακάρι να μπορούσα και εγώ το ίδιο. την ακούς κι εσύ, σου ασκεί μια περίεργη, ακατανότητη έλξη αν και πολύ σκοτεινή για τα γούστα σου. γιατί ψάχνεις με τόση μανία τις κάλτσες σου; σου πήραν το νόημα άλλης μιας χαμένης κυριακής;

….αλλά ζω

Αλλάζω αλλά ζω. Ναι, μπορεί να μπαίνω στο ίδιο ρημαγμένο λεωφορείο, να κάνω το ίδιο δρομολόγιο κάθε μέρα αλλά όλα γύρω αλλάζουν. Όλα είναι εικόνες και όλες λάθος. Ή λάθως, όπως γράφει το γκράφιτι απέναντι από το μετρό του φιξ. Γιατί το λάθος τι λάθος είναι άμα το γράφουμε σωστά; Δεν ξέρω. Όλα λάθος. Λάθος οι δηλώσεις, λάθος οι υπογραφές, λάθος τα μνημόνια, λάθος οι μνήμες, λάθος οι μήνες, λάθος οι επιβάτες, λάθος οι συνεπιβάτες, λάθος η αφίσα της βανδή, λάθος η μεταναστευτική πολιτική της τατιάνας, λάθος η δουλειά, λάθος η ανεργία, λάθοςζ η ζωή, λάθος η χώρα. Μέσα σε τέτοιον κανόνα λάθους πού να βρεθεί η εξαίρεση; Όλα κοντά, όλα μακριά, όλα γνωστά, όλα ίδια, όλα άλλα αλλά ζούμε, παρόλα τα λάθη ζούμε. Δεν θέλουμε όμως να αγαπήσουμε αυτά τα λάθη γιατί δεν είναι όλα δικά μας. Θέλουμε πια να ζούμε και να αγαπάμε τα σωστά μας. Θέλουμε να ζούμε σωστά και ορθογραφημένα, αν γίνεται.

Πορεία απορίας

 


Δεν- ξεκινάω με την αγαπημένη σου λέξη- ξέρω τι περιμένεις να γράψω. Δεν ξέρω καν αν περιμένεις από εμένα να γράψω κάτι για εσένα, για μας. Δεν ξέρω γιατί έχουμε πάθει αυτό που λέμε κοινώς, η ζωή τους χώρισε. Είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό με εμάς; Και αν ναι, γιατί το αφήσαμε να συμβεί; Ασχολούμαι χωρίς λόγο, θα πεις, δεν έχει νόημα, θα πεις, γιατί μάλλον εσένα ενδέχεται να μην σου έχει φανεί. Μπορεί για ακόμη μία φορά να υπερβάλλω. Μ αρέσει να έχω να σε νοιάζομαι. Και αυτό μου το χρεώνεις; Εδώ είμαι, το ξέχασες; Ως πότε πρέπει να στο θυμίζω; Εις το διηνεκές; Η αιωνιότητα κουράζει, ξέρεις πόσο μ αρέσει το τώρα. Το εδώ και τώρα. Τα παρατάω όλα για να σε δω. Και ξέρεις ότι μορώ να το κάνω, αλλά δεν μ αφήνεις, πια.

 

είναι νωρίς ακόμη….

χειμωνιάζει… νυχτώνει νωρίς… μια νέα αρχή, ένας γάμος, φιλίες που βαθαίνουν, φιλίες που τελειώνουν, άνθρωποι που έρχονται, άνθρωποι που φέυγουν σαν τις σκέψεις…

“νύχτες με τριζόνια θα ρθουν πολλές, που πάντα η μνήμη θα αλλοιώνει”

η μνήμη αλλοιώνει. ποια ήμουν; ποια είμαι; υπήρξα;

θέλεις να φύγεις μακριά από δω, όχι μακριά απ’ όσους αγαπάς. είναι νωρίς ακόμη, θα γίνει κι αυτό. θα φύγεις.

είναι νωρίς να πεις σ’ αγαπώ; είναι νωρίς να ξέρεις; είναι πολύ νωρίς να ξέρεις ποιοι θα είναι στη ζωή σου μέχρι τελευταία στιγμή, αυτό ναι, δεν το ξέρεις. κάποιοι άνθρωποι βέβαια το ξέρουν. ξεκίνησαν, προχωρούν και θα συνεχίσουν με τις ίδιες ψυχές δίπλα τους. εσύ γιατί τέτοια αστάθεια; η στρωματογραφία των ανθρώπουν που πέρασαν από τη ζωή σου είναι έντονη και σαφής. καλό αυτό για τους αρχαιολόγους της ψυχής σου. είναι ευδιάκριτα τα σημάδια καύσης, γεωλογικών αναταραχών, κατστροφών, πλημμύρων…

είναι νωρίς για επιφανειακή έρευνα και αργά για ανασκαφή. έχουν όλα διαταραχθεί από επέμβαση αγνώστν αρχαιοκάπηλων που σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων τουλάχιστον δεν βεβήλωσαν τους θαμμένους νεκρούς…

Βουτιά και συγχώριο

Μπορεί να ψύχρανε ο καιρός αλλά το μυαλό ταξιδεύει ακόμη… ευτυχώς έχει και συνοδοιπόρους… Δεν ξέρω αν οι ανασκοπήσεις εξυπηρετούν κανέναν πέρα από αυτόν που τις κάνει, έτσι, για να βάλει σε μια σειρά τα γεγονότα, να ξαναβιώσει τι συνέβη, να εκλογικεύσει και να αποφανθεί τελικά για την κατάσταση αν είναι ασθενική ή υγιής. Αυτό το καλοκαίρι μας μεγάλωσε νομίζω. Δεν είχαμε περιθώρια αντίδρασης, εφηβικό προνόμιο. Δεχτήκαμε το ότι θα φεύγαμε από τους τελευταίους. Κάναμε σα να μη συμβαίνει τίποτα. Το καλοκαίρι άρχιζε τώρα για μας. Για άλλους το φθινόπωρο και για άλλους ο χειμώνας, μιας και δεν έφυγε ποτέ από την αυλή τους. Τα σκεφτήκαμε όλα αυτά αυτό το καλοκαίρι. Δεν άδειασε το μυαλό. Ούτε ξαπλώναμε πολλή ώρα στην επιφάνεια της θάλασσας. Θέλαμε να νιώθουμε ζωντανοί; Θάλασσα πολλή θάλασσα, βόλτες και αγκαλιές. Τι άλλο χρειάζεται για να πας παρακάτω, βαθειά μέσα στη νύχτα;

Έτερον ουδέν

Σάββατο. Ανοιχτά μαγαζιά. Άνθρωποι στους δρόμους. Άνθρωποι στο χώμα. Νέοι, γέροι, άρρωστοι, άτυχοι, τυχεροί. Τα μαλλιά μου πέφτουν. Ασπρίζουν. Τα γένια μου επίσης. Μεγάλωσα μέσα σε ένα καλοκαίρι; Προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Πώς δουλεύει όχι το σύστημα, η ζωή. Δουλεύει; It works?

Οι γυναίκες. Τι θέλουν επιτέλους; Πόσες νευρώσεις να αντέξει ένας άντρας και με πόση περισσή αγάπη και υπομονή να τις περιβάλει; Πόσα ενδεχόμενα μπορεί ταυτοχρόνως να περνάνε από το μυαλό τους;

Σάββατο. Μεσημεριάζει. Θα γυρίσω σπίτι να φάω σπιτικό, γυναικείο φαγητό. Περίπλοκο κι αυτό. Μα γιατί να βάζει κανείς κουκουνάρια στα γεμιστά; Πού πήγε η απλότητα της γεύσης; Γιατί οι γυναίκες πια δεν μιλάνε αλλά φωνάζουν; Γιατί είναι τόσο επιθετικές; Τι DNA κληρονόμησαν από τη γενιά των φεμινιστριών; Από είδος προς αφάνιση τείνει να γίνει το είδος που θα αφανίσει ένα άλλο είδος το ανδρικό. Μα πόσα να αντέξει ένας άντρας; Τόσα ξέρει, τόσα λέει. Είναι ο φόβος ότι το τέλος πλησιάζει. ΕΝώ στη γυναίκα το τέλος είναι πάντα μέσα της. Το ξέρει.

Ελπίδα λεπίδα

Γύρισα ξανά στην πόλη. Δεν ξέρω αν έφυγα κιόλας. Πάντα το ίδιο πρόβλημα. Να είσαι και εδώ και εκεί. Και λίγο και πολύ. Και μαζί και χώρια. Όλα δικά σου δεν τα θες; Μήπως είμαι ξενέρωτα βαρετή;

Γυρνάς στην πόλη. Άνθρωποι και ιστορίες. Οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Κι εσύ ψάχνεις να βρεις την αλήθεια τους, την αλήθεια σου, την αλήθεια.

Βραδιάζει πιο γρήγορα. Έπιασε ψύχρα που σε ξυπνάει πιο νωρίς το πρωί, που σου θυμίζει ότι πρέπει να πας στο σχολείο μόνο που το σχολείο τελειώσε και άρχισε η ζωή. Φτιάχνεις γαλλικό καφέ μετά από καιρό για να μπεις σε φθινοπωρινή διάθεση. Ακούς προβλέψεις που συνέβησαν πριν χρόνια πολλά αλλά ακόμη είναι επίκαιρες και πάντα θα είναι. Εξάλλου ο μεγαλύτερος εχρός μας ο εαυτός μας είναι και φίλος καλός αλλά απρόβλεπτος, δεν καλοπιάνεται αυτός, πώς να ζήσεις όμως μακριά του;

Σκέψεις σχέσεις. Ναι, έχω πολλές σκέψεις μακροχρόνιες σχέσεις με τον εαυτό μου. Είναι πολλά κεφάλαια, ατέλειωτα ραντεβού, καυγάδες, έρωτες.

Ακούω και γράφω. Μουσική. Κάθε τραγούδι και μια ιστορία. Αν δεν άκουγα μουσική και δεν διάβαζα λογοτεχνία δεν θα είχα γράψει ούτε συλλαβή.

Γράφω και αυτό είναι κάτι για μένα, μπορεί και λυτρωτικό, μπορεί και σωτήριο. Αλλιώς τι; Μπαρ, τηλεόραση, τηλεφωνο, skype, facebook; Αυτό κατάντησε να είναι η ζωή μας;

Κρατάω ένα παλιό, καλό κρασί για τον χειμώνα ετούτο και χαίρομαι που θα το πιω μακριά από όσα ανέφερα, μπροστά στο τζάκι της καρδιάς μας, με τις ελάχιστες αλλά σπάνιες, ακριβές και αγαπημένες επισκέψεις μου. Και άμα δεν έρθεις θα έρθω εγώ γιατί σ΄αγαπάω.

Καληνύχτα.

Δάκρυ στην άκρη

Βλέμμα μακρινό. Όχι απόμακρο. Δίπλα σου είναι απλώς σε ξεπερνάει, δεν σε προσπερνάει. Ξέρει ότι είσαι εκεί αλλά έχει πιο ζωτικά πράγματα να δει. Να κοιτάξει.

Τι βλέπεις; Δάση, βουνά; Θάλασσες, λίμνες, ποτάμια; Χαρτιά, υπολογιστές, τηλέφωνα; Παράθυρα, αγγεία, χώμα, οστά; Φινιστρίνι, μπουκαπόρτα, ναύτες; Άσπρες μπλούζες, αίμα;

Ό,τι και να βλέπεις ποτέ δεν είναι αργά να ρίξεις άλλη μια μιατιά εντός σου. Θα σου χρειαστεί, να ξαναβρείς το σωστό παλμό που θα εκπέμπει το βλέμμα σου από δω και πέρα και να μην τρομάζει τους άλλους χωρίς ιδιαίτερο λόγο.

Homework

Στάζω. Ιδρώτα, χώμα, πόνο, μνήμες, αγάπη, έρωτα, απελπισία. Πώς είναι το μείγμα αυτό σαν πέσει κάτω; Σαν τον υδράργυρο.Ανακατεύεται με τη σκόνη του σπιτιού, με την υγρασία του καιρού, γίνεται ένα χάλι. Κάτω μυρμύγκια σκοτωμένα από το bayvap, πρέπει να τα μαζέψω κι αυτά. Ναι, τώρα που στάζω καλύτερα γιατί έτσι θα γίνουμε ένα. Μαζεύω, ακούω μουσική, είμαι ανέκφραστη, ούτε καν τραγουδάω, σκέφτομαι. Σκέφτομαι. Συνειρμοί από τη “άσφαλτο που τρέχει”. Ένα ολόκληρο δοκίμιο θα μπορούσα να γράψω για το δίσκο αυτό και για τη ζωή μου μαζί του… Ακούω τη “νύχτα στο Ελληνικό” και προσπαθώ να θυμηθώ γιατί σου άρεσε τόσο το κομμάτι. Όχι ότι δεν είναι ωραίο αλλά σπανιώς παθιαζόσουν με κάτι. Α ναι, θυμήθηκα. Ήταν εκεί που ζήτησες τα ακουστικά από μία κοπέλα ενώ ήσουν στο Ελληνικό για να το ακούσεις. Ή στα ζήτησε εκείνη; Ή μήπως τα φαντάστηκες όλα αυτα; Δεν ξέρω. Παρακάτω το “ξένο όνειρο”. Πόση έμπνευση χρειάζεται να γράψεις κάτι τέτοιο; Ποιος αξίζει τέτοια έμπνευση για να αφιερωθεί κατόπιν σε ποιον;

Φεύγω από τα λημέρια αυτά της σκέψης. Πάω σε ένα καφενείο κάτω από έναν μεγάλο πλάτανο και κάθομαι εκεί. Οι άντρες, μεγάλοι σε ηλικία, με κοιτούν. Κλείνω τα μάτια. Δε με νοιάζει. Πίνω τον καφέ μου. Από κάπου ακούγεται Μάλαμας. Αδειάζω. Μόνη μου. Μήπως γίνεται να πεθάνω τώρα, εδώ;

Χρυσόμυγες παντού

Τις μύγες τις φοβάμαι. Τις χρυσόμυγες το ίδιο. Μπορεί να είναι “όμορφες” αλλά είναι αψυχολόγητες. Δεςν ξέρεις πότε θα πετάξουν και πού θα πάνε. Πάνω σου; Και κάνουν και ένα θόρυβο τόσο έντονο που καταλαβαίνεις θες δεν θες ότι αυτό είναι ένα έμψυχο ον, όπως τα μωρά. Κλαίνε και ξέρεις ότι δεν θα τη βγάλεις καθαρή. Έτσι και με τις χρυσόμυγες. Τις συναντάω 2 και 3 φορές μέσα στη μέρα. Είναι συνήθως αναποδογυρισμένες στη βεράντα και θέλουν τη βοήθειά μου. Τους τη δίνω, οκ. Αλλά στα απλωμένα ρούχα; Γιατί τρυπώνουν εκεί; Τι θέλουν, μου λες; Ωστόσο, σκεφτόμουν, λίγο αργά δεν ήρθαν φέτος; Ποια είναι η εποχή τους; Μήπως ξέρεις;

μνήμη άδεια

τζιτζίκια στην πόλη, στο κέντρο της Αθήνας. Αφού αντέχουν κι αυτά εδώ δεν μπορείς να παραπονιέσαι κι εσύ. Είσαι εδώ. Οι μέρες περνούν, ο χρόνος έχει πάψει να σε αγχώνει γιατί πολύ απλά είναι σχετικός. Σχετικά ζεις και εσύ τη ζωή σου. Προσπαθείς να εκλογικεύσεις το ασυνείδητο, το συμβάν που είναι γεγονός καταγεγραμμένο αλλά ξεχάστηκε και τρελαίνεσαι. Το καλοκαίρι όλα μυρίζουν πιο έντονα. Οι σκέψεις, τα χαμόγελα, οι ντομάτες, τα πεπόνια, η θάλασσα, ο αέρας καθαρός και βρώμικος. Είναι καλοκαίρι και είσαι στο κενό. Προσπαθείς να καταλάβεις το συμβαίνει γύρω σου αλλά μάλλον δεν θες . Κι αφού δεν θες δεν θα καταλάβεις. Καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς ο καθένας ζει στο δικό του σύμπαν μεγάλο ή μικρό.

Αυ χωρίς γούστο

μόλις μπαίνει ο Αύγουστος εγώ δεν είμαι στην Αθήνα. Συνήθως. Να που φέτος άλλαξε κι αυτό. Θα λείπω όταν θα είναι όλοι εδώ και είμαι εδώ τώρα που λείπουν όλοι. Δεν με πειράζει. Είναι ωραίο να μη συνηθίζεις. Σε προκαλεί η ζωή, δες το κι αλλιώς το θέμα. Βλέπεις; Σ’ αρέσει; Μην απαντήσεις ακόμη. Είναι νωρίς. Το δέρμα σου έχει αλλάξει. Είσαι φίδι; Έχει μεταμορφωθεί. Είσαι κάμπια που έγινε πεταλούδα; Έχεις αλλάξει. Δεν αντιδράς, δεν διαμαρτύρεσαι, δεν κυνηγάς τις συναυλίες, δεν μιλάς με τις ώρες στα τηλέφωνα, δεν στέλνεις sms, δεν θες να βγαίνεις κάθε βράδυ έξω. Είσαι σε μια γειτονιά και κάθεσαι εκεί. Η βόλτα σου φτάνει μέχρι εκεί. Δεν πας παραπέρα. Παρακάτω. Δεν σε νοιάζει; Τα έμαθες όλα; Είναι όλα πολύ βρώμικα για τα γούστα σου; Πας όπου πάει εκείνος; Μπαίνεις στο μπάνιο. Κάνεις μπάνιο 3 φορές τη μέρα. Πού πήγε η οικολογική σου συνείδηση; Ακούς από μέσα την πόρτα να κλείνει. Σιωπή. Μόνο μη μου πεις ότι έφυγε, λες στον εαυτό σου γιατί μόνο αυτό σε νοιάζει.

Pointless

Τίποτα δεν έχει νόημα αν δεν του δώσουμε εμείς το δικό μας. Μαλακία δεν είναι αυτό όμως; Γιατί τα πράγματα να μην έχουν το ίδιο νόημα για όλους και για τον καθένα να υπάρχει ένα διαφορετικός λόγος που δίνει νόημα σε κάτι, σε οτιδήποτε. Με κούρασε η διαφορετικότητα. Θέλω έναν άνθρωπο να ανοίξω την καρδιά μου και να ανοίξει κι αυτός τη δική του και να δούμε τα ίδια υλικά. Δεν θέλω ανταλλαγή. Λίγο εγώ λίγο εσύ. Θέλω εγώ και εσύ. Όσο και να μπαλώνεις άμα τα υλικά δεν είναι συμβαστά το οικοδόμημα θα καταρρεύσει. Με ξαναφτιάχνω από την αρχή μόνο με πηλό, τον ίδιο που έχεις κι εσύ ευτχώς. Πρώτη ύλη, αιώνια, απλή και σύνθετη, προπάντων στεγανή. Σ’ ευχαριστώ.

Όλο νερά

Πρωί. Μεσημέρι. Απόγευμα. Βράδυ δεν υπάρχει. Μπάζουν νερά τα παντα μέσα μου. Δεν βρίσκω στεγνό σημείο πουθενά. Πώς να προστατευθώ από την ξαφνική καταιγίδα; Θα εξελιχθεί σε νεροποντή;Θα ρίξει και χαλάζι, ποιος ξέρει;Τι να κάνω; Ούτε η πολλή ζέστη δεν εξατμίζει τόσο νερό. Όσο εξατμίζεται, τόσο ξαναγεμίζουν οι “ταμιευτήρες”. Πρώτη φορά νιώθω ότι το νερό μπορεί αν θέλει να σε σώσει αλλά μπορεί και να σε καταστρέψει.

πέτρινο βήμα

Τώρα θα με πεις τρελή και θα έχεις και δίκιο αλλά έλα που εγώ μες τη ζέστη ακούω αυτό το τραγούδι και κλαίω… Κλαίνε και οι πέτρες τώρα; Τι τα θες; Μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι. Αυτά έχουν τα αναπάντητα ερωτήματα, κουράζουν…

Εν κινήσει

Δεν οδηγώ. Ακόμη. Έχω πει στον εαυτό μου ότι το 2010 είναι η τελευταία του ευκαιρία. Καλά, δεν είμαι και τόσο αυστηρή. Από το 2008 το έχω ξαναπει αυτό αλλά το 2010 είναι η τελευταία παρατεταμένη ευκαιρία χωρίς δυνατότητα άλλης μετάθεσης. Έχουμε κι άλλες δουλειές. Δεν ξέρω γιατί δεν με αφορά το θέμα οδήγησης, ίσως γιατί όταν θα το ξεκινήσω θα φεύγω συνεχώς; Θα δείξει, μέχρι το τέλος του ’10 θα ξέρω πια. Αυτοκίνητα. Μαλακίες. Ούτε καν σημαίνει αυτό που η λέξη εννοεί. Σιγά που κινείται αυτόματα. Μήπως να περιμένω τα εναέρια μέσα κυκλοφορίας; Ταιριάζουν πιο πολύ σε μένα, που πετάω συνέχεια ανάμεσα σε νεφελώματα και ξαστεριές. Δεν οδηγώ, ωστόσο όλοι οι πρώην μου οδηγούσαν. Δεν θα αναφέρω τα ονόματά τους παρά μόνο τα αυτοκίνητά τους, είναι πιο αστείο έτσι νομίζω.Lada samara, peugeot 106, yaris, citroen c1. Δεν είναι και τόσο μεγάλη η λίστα τελικά. Ούτε πολλά κοινά σημεία έχει εκτός του ότι όλα είναι απλά καθημερινά αυτοκίνητα. Δεν ξέρω ποιο από όλα με έχει συγκινήσει περισσότερο αλλά το citroen c1 το λιγότερο από όλα. Το peugeot σου μένει απλώς αξέχαστο. Το lada ήξερες ότι δεν θα τραβήξει μακριά, είχε ήδη πολλά χιλιόμετρα. Το yaris “είχε αριθμό που τέλειωνε στα 3″ όπως και το peugeot. Σ’ αυτά τα 2 αμάξια συγκράτησα αμέσως τον αριθμό πινακίδας. Τα έψανχα παντού στο δρόμο ακόμη κι όταν δεν ήμουν μαζί τους. Το yaris ευτυχώς υπάρχει ακόμη και ευτυχώς δεν με ανησυχεί ποιο θα είναι το επόμενο αμάξι. Αυτό που με ανησυχεί είναι πιο θα είναι το επόμενο δικό μου μέσο μεταφοράς εκτός από το κόκκινο ποδήλατο.

Αν τα θες, γύρεψέ τα

μμμμ…. τι ωραίος τίτλος. Εμπνευσμένος σου λέει. Βλέπω ντοκυμαντέρ για μακρινούς πολιτισμούς που ακόμη κάνουν χειρωνακτικές εργασίες, ζούνε μες τη φύση, δεν έχουν μαγαζιά, κινητά, λάπτοπ, και ζηλεύω. Κάνει ζέστη, η χώρα είναι πολύ βρώμικη και μας έχει πνίξει η μπόχα. Η ζέστη κάνει την μπόχα εντονότερη δεν την απαλύνει. Δεν ξέρω τι να κάνω. Θέλω να πάω στο χωριό μου και σκέφτομαι τη βενζίνη, θέλω να πάω διακοπές και σκέφτομαι τη βενζίνη. Πώς γίναμε έτσι; Στο Βιετναμ σου λέει κάνει βελονισμό και ο πλούσιος και ο φτωχός. Πληρώνει αρκετά ο πλούσιος και ο φτωχός όσα έχει. Έτσι είναι όλοι ίσοι. Εμείς εδώ γιατί τα πληρώνει όλα ο φτωχός σα να είναι πλούσιος και ο πλούσιος τα έχει όλα τζάμπα σα να είναι φτωχός ποτέ δεν το κατάλαβα. Τον προσκυνάμε τον πλούσιο, του τα δίνουμε όλα φόρα παρτίδα, ο φτωχός, τι ψυχή έχει μωρέ; Είμαι πολύ προβληματισμένη. Χάνω τον ύπνο μου τα βράδια και την ημέρα είμαι σαν ζόμπι. Πάω στη βεράντα να δροσίσω τα μπετά μπας και δροσιστώ και εγώ… αν δεν το κάνεις εσύ δεν θα βρεθεί κανείς να το κάνει κι έτσι περνάνε κι αυτές οι μέρες, οι καλοκαιρινές.

Θ-έρως πάλι

Το καλοκαίρι η ζωή μου ξαναρχίζει. Λες και πριν είχα πέσει σε χειμέρια νάρκη. Δεν το ελέγχω, συμβαίνει. Δεν κοιμάμαι πριν, απλώς το καλοκαίρι ξυπνάω. Ξυπνάει το σώμα, οι μνήμες, οι μυρωδιές, η διάθεση να είσαι όλη μέρα εν κινήσει. Πριν χρόνια το βαριόμουν το καλοκαίρι. Μάλλον ούτε τότε ξυπνούσα. Τώρα είναι αλλιώς, ευτυχώς. Καλοκαίρι, πόσο κακά μπορεί να πάει, όσο κι αν το επιθυμούν κάποιοι να μας περνούν για μαλάκες ποντάροντας στην καλοκαιρινή ανέμελή μας διάθεση. Δεν είναι ανέμελη, είναι παντός καιρού. Αναλόγως τα δεδομένα. Προς το παρόν το αντίδοτο είναι ο έρωτας, έρωτας για όλα σα να μη συμβαίνει τίποτα άλλο. Μόνο αυτό.

Όλα είναι χρόνος

Ανάβω στο κεφάλι μου δέκα τσιγάρα και τα καπνίζω όλα μαζί. Δουλειά, χρόνος, κούραση, φιλίες, ταξίδια, έρωτας, αγάπη, οικογένεια, υποχρεώσεις, υγεία. Ο καπνός από όλα αυτά μου βουρκώνει τα μάτια. Ανεβαίνει ανεβαίνει ανεβαίνει το δάκρυ και με πνίγει. Και εκεί που πνίγομαι, μέσα από το νερό, βλέπω τη Σώτη Τριανταφύλλου. Λέω, δεν γίνεται, μάλλον το νερό κάνει αντανακλάσεις περίεργες. Κι όμως. Ήταν απέναντί μου και προχωρούσε προς το μέρος μου. Κι εγώ να μένω εκεί μισοπνιγμένη. Τι να της πεις; Τι να της πω; Μαλακία. Λάθος timing. Πάλι. Έμεινα να κοιτώ καθώς ξεμάκραινε και ήθελα πάλι να πνιγώ κι ας χάρηκα που την είδα, αγέρωχη και όμορφη. Με μαύρα αέρινα ρούχα, μεγαλίστικα αλλά με μια eastpack τσάντα. Μόλις είδα την τσάντα, ξαναβούτηξα. Πήγα στη δουλειά, περίμενα τον υδραυλικό. Του είχα πει να έρθει γιατί είχε βουλώσει το λούκι αλλά τον ρώτησα αν μπορεί να επιδιορθώσει και τα λούκια των δακρύων που ξερνάνε συνεχώς νερό άμα κάνεις έστω και μια κίνηση να τα χρησιμοποιήσεις. Έμεινε να με κοιτάει βουρκωμένος. Είχε και αυτός το ίδιο πρόβλημα, άλυτο.

Λείπει χωρίς λύπη

Λείπεις. Δεν με πειράζει. Μεγάλωσα μάλλον. Μπορώ και χωρίς λύπη μάλλον. Μου λείπεις αλλά είσαι και εδώ. Έγινα λιγότερο εγωίστρια; Ήρθα πάλι πιο κοντά μου; Και εσύ λείπεις αλλα κι εσύ χωρίς λύπη. Ζούμε και οι τρεις σε παράλληλες τροχιές. Λείπουμε και οι τρεις χωρίς να λυπόμαστε. Κάτι δεν είναι κι αυτό; Δεν ήθελα όμως να πάρει τέτοια τροπή η ιστορία από την τόση της αρχή. Ένα ποτήρι λευκό κρασι. Άλλο ένα. Καλοκαίρι λευκό, ζεστό σαν το κρασί. “Σ’ ακολουθώ” του τραγουδάω και εκείνο μου χαρίζεται χωρίς πολλά πολλά. Σήμερα σκεφτόμουν πόσο περίεργα νιώθω όταν είμαι το καλοκαίρι στη θάλασσα. Ξέρω ότι είναι μια βόλτα που θα τελειώσει, ότι δεν θα είναι έτσι κάθε μέρα, τόσο όσο, όσο ένα τσιγάρο όταν έχεις δουλειά, όσο μια αγκαλιά πριν την αρχή της εβδομάδας, όσο ένα φιλί μετά τον έρωτα, όσο τα παιχνίδια της Κυριακής πριν το σχολείο. Μια βουτιά και μετά άλλη μία, μέσα μου, μέσα σου, σε όσα ζήσαμε. Άπνια. Ζήσαμε. Τελικά, ζούμε την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι. Είναι ωραίο να ζεις το είναι σου ανάλαφρα. Είναι ωραίο να ζεις χωρίς να παίρνεις τον εαυτό σου και πολύ στα σοβαρά. Παντρευόμαστε αλλά είμαστε μαζί έχουμε σχέση, είναι ωραίο να δίνεσαι αν αυτό μόνο μπορείς να κάνεις.  Διαβάζω Σώτη Τριανταφύλλου και νιώθω ένα ράκος. Τόσα ονόματα, τόσοι συγγραφείς, μα πόσο έχει διαβάσει αυτή η γυναίκα; Νομίζω ότι πρώτη φορά νιώθω τόσο αμόρφωτη μπροστά σε κάποιον. Με εμπνέει όμως πολύ η Σώτη να ζήσω και να γράφω. Αυτό το μουτράκι της που είναι τόσο αγέρωχα αγέραστο με προκαλεί να ζήσω εκτός ορίων, με δικά μου όρια και μόνο. Όχι, δεν πλέκω το εγκώμιο της Σώτης, δεν τη γνωρίζω προσωπικά, αλλά αυτή η γυναίκα έχει έναν τρόπο μια μιαγκιά να το πω δεν ξέρω να μιλάει κατευθείαν μέσα μου και όσο αδιάβαστη κι αν είμαι να μπορώ να την καταλάβω. Και αυτή μου λείπει. Μακάρι να ήμουν κι εγώ εκεί, μαζί της σε αυτή την τρελή ζωή της ακόμη κι ας μην ήταν αληθινή. Θα ήμασταν οι καλύτερες φίλες σίγουρα!

Έρως

Έρως εν μέσω κρίσης. Έρως ανίκατε μάχαν. Είναι ένα είδος πολυτέλειας πια το να ερωτεύεσαι; Γιατί δεν συμβαίνει; Έχουν ξεχάσει οι άνθρωποι να το κάνουν; Γιατί δεν τους συμβαίνει; Δεν έχουν το χρόνο; Δεν έχουν τα μέσα; Μα τι μέσα χριεάζονται για να ερωτευτείς; Κάθε μέρα οφείλει να είναι μια ερωτική συνεύρεση. Χωρίς ερωταπαντήσεις. Μονο με ερωτήσεις. Όλα να πλανόνται στον αέρα. Αέρας δεν είναι ο έρωτας; Μυρωδιά, μνήμη, στιγμές, η φύση; Μην απαντήσεις. Έχουμε όλον τον καιρό μπροστά μας.

Για σενα

Απόγευμα ηλιόλουστο μετά από βροχερό πρωινό δεν το λες και άσχημο! Είμαι μόνη με μουσικές παρεά και εσένα, εσένα, εσένα και όλους τους εσένα που φέρνω στο μυαλό μου τέτοιες ώρες μοναχικού συλλογισμού. Γεμίζω θετική ενέργεια κια τη στέλνω σε εσένα και σε εσένα και σε εσένα! Είναι τόσο όμορφο! Σου δημιουργείται μια πληρότητα που δεν γίνεται να είναι επίπλαστη, φανταστική ή ψυχαναγκαστική. Γιατί αντ ‘αυτού να μη βλέπω τηλεόραση ή να μη διαβάζω ή να πάω για ποδήλατο; Προτιμώ να σκέφτομαι όλους τους εσένα του κόσμου μου που παρόλο που δεν μπορώ να ξέρω τι κάνουν μου φτάνει μόνο να είναι καλά! Είναι αλήθεια, γινόμστε εγωιστές, νομίζουμε ότι όλα είναι εύκολα, απλά γιατί έτσι φαίνονται σε εμάς τη δεδομένη στιγμή. Δεν είναι έτσι όμως. Φιλοσοφικές φανφάρες μπορεί να λέει ό καθένας, να σωπαίνει καλύτερα; Να μπεις στη θέση του άλλου γίνεται αλλά ποτέ απολύτως. Τι να γίνει όμως; Και το όνειρο που εσύ του περιγράφεις ο άλλος άλλες εικόνες βλέπει, δικές του και ας του λες εσύ αυτό που είδες. Δεν γίνεται αλλιώς.

“Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά

των άλλων”.


Μυστήριο Τρένο

Ταξιδεύω. Μ’ έναν υπερχρεωμένο ΟΣΕ. Με αχρησιμοποίητους φωτεινούς πίνακες, καινούριους σχεδόν, οι οποίοι για ανεξήγητο λόγο δεν λειτουργούν παρόλο που τα απαραίτητα καρφιά για να μην πλησιάζουν τα ανεπιθύμητα περιστέρια τοποθετήθηκαν. Προπαντός να είναι καθαρά, η χρήση τους δεν αφορά κανέναν. Ταξιδεύω. Με χρεωμένους συνεπιβάτες, με βαλίτσες φορτωμένες όσα άχρηστα δεν χωρούσαν σπίτι και έπρεπε να βγουν βόλτα, με ύφος κατήφειας, με ανησυχία που δεν οδηγεί πουθενά, παρά μόνο μέχρι εκεί που πάει ο ΟΣΕ. Άραγε το εισιτήριο είναι πληρωμένο ή δανεικό; Το χρωστάω κι αυτό; Σε ποια στάση θα με κατεβάσεις; Πήγαινέ με ως το τέρμα, σε “πλήρωσα” ήδη. Με πας στο τέρμα. Στο τέρμα σου. Μακάρι να τερμάτιζα κι εγώ εκεί. Μ΄ αναγκάζεις να πάρω άλλο συρμό. Δεν με πειράζει, θα ταξιδεύω….

Ασ(προ)χωρίσουμε!

Είμαι ένα άσπρο πανί στη μέση του Αιγαίου.

Μια άσπρη γραμμή αεροπλάνου στο γαλανό ουρανό.

Μια άσπρη τελεία σε μαυροπίνακα.

Ένας άσπρος γλάρος, ένα άσπρο βότσαλο δίπλα σε άσπρα πέδιλα.

Είμαι ένα άσπρο κύμα που ενώνεται μαζί σου και γίνεται άλας.

Γραμμική ΑΒ

Η γραφή. Γράφει μέσα μου. Γραμμικά. Διαγώνια. Διαγράφει τρίγωνα, πολύγωνα. Αλλάζει, με αλλάζει. Η Γραμμική Β αποκρυπτογραφήθηκε η Α όχι. Στη δική μας ιστορία βέβαια συμβαίνει το αντίθετο. Γράμματα αρχικά.  Η Α είναι γνωστή η Β απροσπέλαστη. Δεν μπορώ να επιμείνω περισσότερο. Έχω εξαντλήσει τις πηγές. Έφαγα όλη τη βιβιλιογραφία. Όση μου φαινόταν σχετική. Γεωμετρική, εντός πλαισίου. Δεν έψαξα παραπέρα κι ας εμβάθυνα.  Δεν ξέρω αν μ’ ενδιαφέρει. Θα χάσει τη γοητεία της αν αποκρυπτογραφηθεί. Δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να είναι μια απλή καταγραφή οικονομικών στοιχείων. Οπότε ποια γοητεία; Όλα θα πάνε περίπατο. Σκέψεις, δάκρυα, αδιέξοδα, όνειρα, σχέδια, ταξίδια, μουσικές, στίχοι, ιστορίες.

Δεν ξέρω γιατί μου ασκεί τέτοιο μαγνητισμό το νησί αυτό. Λες να ήμουν η θεά των φιδιών ή αναβάτης ταύρων στα ταυροκαθάψια; Ή μήπως σχεδιαστής σφραγιδόλιθων, χρυσών δαχτυλιδιών και ενωτίων;

Σήμερα είναι Κωνσταντίνου και Ελένης. Πριν 10 χρόνια είχα πάθει πνευμονία. Σήμερα νιώθω το ρεύμα του αέρα να με τρυπάει. Ελπίζω να μείνει εκεί. Απόψε το βράδυ θα δω μια φίλη της εφηβείας. Θα δω εμένα ξανά μέσα από τα μάτια της. Είναι δύκολο να μείνεις εσύ. Είναι ωραίο να είσαι εσύ. Χθες έβρεξε λυτρωτικά και όμορφα. Είναι ανακουφιστικό να γυρνάει η βροχή ξανά στη θάλασσα. Είναι ωραίο το νερό να ενώνεται με το νερό. Έχει άλλη δυναμική. Έχεις δει σταγόνα να γίνεται κύμα; Είναι πολύ μοναδικό ιδίως όταν η σταγόνα δεν περίμενε καν να προσγειωθεί σε κύμα!

Ες αύριον τα σπουδαία! Τώρα βροχή….

Τάλως

Σε ένα λαβύρινθο σκέψεων. Σε μια πόλη που επινοήθηκε ο λαβύρινθος. Κι αν οχι, σίγουρα υλοποιήθηκε εδώ. Είμαι  εδώ. Μετά από 7 χρόνια. Δεν το έχω συνειδητοποιήσει. Θέλω να το συνειδητοποιήσω πηγαίνοντας νότια. Η πυξίδα μου δείχνει βορρά και είναι πολύ μακριά από μένα. Ευτυχώς που έχω κι άλλους μαζί μου που πρέπει να θυσιαστούν στο μινώταυρο. Μα μόνο εγώ διαμαρτύρομαι, Είμαι στην αρχή του λαβύρινθου και με αγχώνει αυτό. Αν δεν προχωρήσω βέβαια θα είμαι και πιο  κοντά στην είσοδό του. Αν συνεχίσω; Θησέας δεν θα είμαι πάντως. Ή Δαίδαλος ή Ίκαρος. Ή ο δημιουργός ή ο γιος του.  Τι σημασία έχει; Ξέρω γω; Όλα μπερδεύονται. Έχω το χρυσό κουβάρι της Αριάδνης αλλά δεν ξέρω αν θέλω να το χρησιμοποιήσω.

μα τα χέρια πονάνε και τα μάτια ξεχνάνε


συμβαίνει

Βάζεις στοιχήματα με τον εαυτό σου; Εγώ ναι! Πολλά! Μπορεί και κάθε μέρα να βάζω από ένα. Δεν έχει σημασία αν τα κερδίζω ή αν τα χάνω, πάλι ο εαυτός μου είμαι! Κερδισμένη είμαι! Μαθαίνω διαρκώς!  Κοιτάζω πίσω, λάθη πολλά, επιλογές αδιέξοδα που μόνο τώρα που έπεσα στον τοίχο τους μπόρεσα και είδα ότι αριστερά υπήρχε ένα δρομάκι κρυμμένο που έβγαζε σε μια παραλία ήσυχη και απάνεμη. Είμαι μόνη εκεί για τόσο που νομίζεις ότι είναι πολύ είανι όμως τόσο όσο μπορείς να αντέξεις. Σε λίγο εμφανίζονται από παντού ψυχές διάφανες, ελαφριές, αστείες. Τι ομορφιά! Απλή, καθάρια, αληθινή!  Τι άλλο θέλει ένα άνθρωπος; Μια καλή παρέα και ένα ποτήρι κρασί!

Ενοικιάζεται…

…όνειρο, ανήλιαγο, σκονισμένο, ισόγειο.

Ζούμε, λέει, μένουμε δηλαδή, στη βασιλέως Κωνσταντίνου 28. Τζαμαρία θαμπή από τη σκόνη και το καυσαέριο, που βλέπει μπορστά στο δρόμο. Φάτσα φόρα όλα, όχι όπως όσα δε λέμε τόσο καιρό. Δύο πολυθρόνες με άσπρα μακάβρια καλύμματα. Έχουμε πεθάνει; Η μία μέσα από ένα παλιό γραφείο, η άλλη απέναντι. Μέσα από τη θέση του γραφείου κάθεσαι εσύ, στην άλλη εγώ.  Από τη μεριά μου βλέπω το πίσω μέρος μιας κορνίζας. Το στήριγμά της. Ξύλινο, παλιό, ίσα ίσα που στέκεται και δεν πέφτει κάτω. Ούτε που ξέρω ποια φωτογραφία έχει μέσα αυτή η κορνίζα. Φαντάζομαι πόσο πολύ την έχεις κοιτάξει για να καταντήσει έτσι το πλαίσιό της. Δεν θέλω να ξέρω ποια φωτογραφία κοιτάζεις τόσο έντονα. Φοβάμαι ότι θα έχει παραμορφωθεί ό,τι κι αν απεικονίζει. Δεν μιλάμε. Είμαστε ενώπιος ενωπίω και κοιτάς μόνο την παλιά κορνίζα. Εγώ κοιτάζω εσένα και το δρόμο. Όχι ακριβώς εσένα. Τα χέρια σου κοιτάζω, που θέλουν να συνοδεύσουν το βλέμμα σου κι αρπάζουν ξαφνικά την κορνίζα. Η κορνίζα διαλύεται, γίνεται σκόνη, μαζί της και η φωτογραφία. Τώρα σίγουρα δεν θα μάθω ποτέ τι στο διάολο κοιτούσες. Είχες το είδωλο και την πραγματικότητα και εσύ “κρατούσες” το είδωλο. Γύρισα και σε ξανακοίταξα. Είχες πια γεράσει. Τα χέρια σου όμως ήταν νέα. Ίσως γιατί αυτά κατάφεραν όσα το βλέμμα σου δεν μπορούσε.

Ταξί(δια) Συγγρού

Καθημερινά. Στη λεωφόρου του Συγγρού, πάνω κάτω, αριστερά δεξιά. Άλλοτε με ταξί, άλλοτε με λεωφορείο, καμιά φορά με τα πόδια. Όπως και να ναι όμως είναι ταξίδι. Βλέπεις τόσα. Ταξιδεύεις μαζί τους. Με τους ανθρώπους που πάνε στις δουλειές τους, με τους ταξιτζήδες να χειρονομούν γιατί πάντα έχουν μια ιστορία να σου πουν χωρίς να τους ενδιαφέρει η δική σου ιστορία, σε μεταφέρουν σε ένα άλλο χώρο με άλλες σκέψεις, δεν σε ψυχαναλύουν, ψυχαναλύονται και όσο αντέξεις. Όφου, κουράστηκα μόνο που το σκέφτομαι όλο αυτό.

Σήμερα είναι μια νέα μέρα. Νέα, όμορφη, αρυτίδωτη. Με το φως να περνοδιαβαίνει τις γρύλλιες του εαυτού μας. Σήμερα κοιτούσα τους ανθρώπους μέσα από το λεωφορείο καθισμένη ανάποδα. Είναι καλύτερα έτσι. Τα μέσα έξω. Τα μπρος πίσω. Τα επαναδιατυπώνεις, τα επαναπροσδιορίζεις. Ίσως βρεις και που έγινε το λάθος και έφυγαν άνθρωποι από τη ζωή σου σα να μην τους είχες ποτέ πλάι σου. Άρα, γιατί να σε νοιάζει τι κάνουν τώρα; Γιατί να έχεις ερωτήσεις για όλα και όχι μιαν απάντηση για όλους;

Θάλασσα πολλή

Ξυπνάς, πάλι. Το ότι ο ήλιος ανατέλει και δύει κάθε μέρα είναι ένα θαύμα, λέει. Ξυπνάς και θέλεις να καπνίζεις μέχρι να πεθάνεις, δεν το κάνεις. Ξυπνάς και θέλεις να μείνεις μέσα να μιζεριάσεις, δεν το κάνεις. Ξυπνάς και θέλεις να πάρεις όσα λεφτά έχεις και να εξαφανιστείς, να διαγράψεις όλα όσα έζησες και να κάνεις μια νέα αρχή να γράψεις καινούριες γραμμές να γίνεις κάποιος άλλος μα να είσαι ο ίδιος με άλλες επιλογές αλλά δεν το κάνεις ούτε αυτό. Πίνεις έναν καφέ που τον έφτιαξες μόνος σου, τον πίνεις μόνος σου και σκέφτεσαι το χθες. Χθες που η μέρα είχε ήλιο και θάλασσα. Χθες που κανένας δεν βρέθηκε να κάνει παρέα στις σκέψεις σου τις ηλίθιες και μη. Χθες που συνειδητοποίησες ξανά ότι όλοι είμαστε μόνοι. Χθες που η θάλασσα σε γέμιζε από παντού και έκανες ότι δεν συμβαίνει. Η θάλασσα που την έβλεπε κάθε μέρα από το παράθυρό του. Αυτή είναι τελικά που σας ένωσε για πάντα και εσύ ψάχνεις να βρεις ποιος στον φέρνει στα όνειρά σου. Η θάλασσα στον φέρνει. Γι αυτό φυσάει σήμερα πολύ. Αέρας και θάλασσα πάλι ένα. Η θάλασσα όμως εκεί ήταν ήρεμη. Ο αέρας πού στο καλό βρέθηκε;

Του χρόνου, δεν.

Δεν μ’ αρέσουν τα νέα windows. Δεν έχω καταλήξει αν μ’ αρέσουν οι λαμπάδες. Δεν βρίσκω το λόγο να υπάρχουν ηρεμιστικά χάπια άμα δεν υπάρχει ηρεμία. Δεν θέλω να μαγειρεύω στις 11 το βράδυ. Δεν μπορώ να είμαι έτσι και να μου φταίω συνεχώς και για όλα εγώ. Σκέφτομαι πόσο πιο ανέμελη ήμουν πέρσυ ή πριν 5 χρόνια. Μου φαίνεται σα να μουν κάποια άλλη. Μα τόσο ηλίθια; Να μην μπορώ καν να υποψιαστώ τη συνέχεια; Δεν είναι δα και τόσο συνταρακτική… Νομίζω πως μόνο εσύ ξέρεις πώς να με κάνεις καλά. Αν με έκανες καλά, τι θα έβρισκα να με χαλάει; Ξέρεις, όταν μου μιλάνε και δεν μπορώ να ανοίξω καν τα χείλη μου να προφέρω μια άρνηση ή μια κατάφαση, τότε τα πράγματα είναι άσχημα. Ανείπωτα, αποίητα, άσχημα, χωρίς σχήμα. Γιατί όμως να είμαι έτσι; Αφορμή η λαμπάδα; Πυροδότησε χωρίς να έχει ανάψει καν σκέψεις σβησμένες. Αλήθεια, εσύ τι λαμπάδα θα μου έφερνες και πού θα με πήγαινες φέτος το Πάσχα;

Σκέψεις στο μετρό

το στόμα μου είναι ένα νεκροταφείο. Όχι από πεθαμένα δόντια. Από νεκρές κουβέντες, λέξεις, φράσεις που δεν πρόλαβαν να ζήσουν έξω από αυτό και πέθαναν άδοξα.

Κι όλα αυτά στο μετρό, όχι στην κουπαστή. Άμα δε σε χτυπάει και λίγο ο αέρας τρελαίνεσαι.

Σήμερα

Τη μέρα που δεν ξημέρωνε με τίποτα ένα κόκκινο χρώμα είχε εισβάλλει από  παντού, παντού. Πίσω από τις γρύλλιες το έβλεπες ακόμη κι αν είχες μυωπία. Στη δουλειά πίσω από τις βαριές κουρτίνες φαινόταν το κόκκινο. Ένα κόκκινο εισβολέας. Λες και κάποιος το στόχευε σε όλες τις διαστάσεις και σε όλες τις αποχρώσεις. Σήμερα σε σκέφτηκα. Δεν θυμάμαι αν το κόκκινο είναι το χρώμα σου, όχι, θυμήθηκα εμάς. Εσένα και εμένα ως άλλες Καραπάνου  Τσαλίκογλου να προσπαθούμε να λύσουμε τα υπαρξιακά μας πίνοντας για ώρες καφέδες πότε από εδώ πότε από εκεί, σε ακριβά ξενοδοχεία που για καλή μας τύχη μας έφερναν λιγότερο λογαριασμό. Γιατί κακά τα ψέματα, δεν ήμασταν Καραπάνου Τσαλίκογλου. Ήμασταν εσύ και εγώ, με προεκτάσεις.

Σήμερα, τη μέρα που δεν ξημέρωσε ποτέ, δεν ξέρω που θα με βγάλει. Έχει γίνει πλέον η καταμέτρηση. Ξέρω ποιος είναι εντός ποιος εκτός και αυτό είναι σημαντικό. Ξέρω σε τι άθλια χώρα ζω, σε τι ψέμα, σε τι παράνοια, σε τι τραγωδία. Δεν απαισιοδοξώ. Αλλά σήμερα επιβεβαιώνομαι. Σε μια τέτοια χώρα, αυτό το ύπουλο κόκκινο της αξίζει κάθε μέρα. Αυτό το κόκκινο που σε κοιμίζει δια παντός. Τουλάχιστον, να γίνονται αυτά ενόσω κοιμάσαι και το ξέρεις και όχι όσο νομίζεις ότι είσαι ξύπνιος.

αχλύς

Χθες. Στη γη του χρυσόμαλλου δέρατος; Ή μήπως στην Κολχίδα; Είναι ο ίδιος τόπος; Είναι ιδιότοπος ιδιότροπος; Πάλι ερωτηματικά; Όχι. Λοιπόν, είμαστε στο χθες, στη γη της εδώ Κολχίδας. Το χρυσόμαλλο δέρας ήταν κρεμασμένο μέσα μας μα δεν τολμούσαμε να το ξεκρεμάσουμε. Εγώ από μη μια μεριά, από την άλλη εσύ. Ήθελες να το πάρω. Ήθελα να το πάρεις. Τελικά, έμεινε εκεί να μας βρίσκεται και να το θυμόμαστε να το αερίζουμε πότε πότε, μη θαμπώσει ο χρυσός. Στις μέρες μας έχει ανέβει η τιμή του. Εισπνέουμε σκόνη, χρυσή κι αυτή. Από άμμο χρυσή. Από έρημο όαση που δεν ξέρουμε καν αν θα επισκεφτούμε ποτέ. Εισπνέουμε σκόνη. Μπαίνει στα μάτια, δεν μας ενοχλεί. Χθες τα βλέπαμε όλα μέσα από μια αχλύ σκόνης. Περπατούσαμε, συζητούσαμε σαν σε όνειρο. Κοιτούσαμε αυτό το περίβλημα σκόνης να μας καλύπτει χωρίς να μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Μας κάλυπτε. Μας γέμιζε. Εμείς εκεί. Πιο αδύναμοι κι από τη σκόνη. Χωρίς καμιά αντίσταση στην αχλύ που σε έπαιρνε μαζί της σε διάσταση μακρινή, απόκοσμη.

Σήμερα είμαστε εδώ ή εκεί; Φύγαμε με το όνειρο; Μ’ έχει σκεπάσει η άμμος. Για αντάλλαγμα της είχα ζητήσει αυτό και έτσι κι έγινε. Επιτέλους. Δεν θυμάμαι.

Αναδρομική εξεταστική

Έχει αρχίσει να μου κάνει παρέα μία βροχούλα, πολύ ήσυχη και διακριτική.Ομορφαίνει το απόγευμά μου με την παρουσία της. Το τζάμι αποκτά κι αυτό φίλες, τις μικρές σταγόνες που είχαν για καιρό ξεχάσει τον γυάλινό τους φίλο. Ευτυχώς είναι πάντα εκεί και τις περιμένει. Δεν είναι αλληγορικά όσα γράφω, είναι πραγματικά. Δεν είναι κακό να παραδέχεσαι ότι έχεις ή δεν έχεις φίλους. Και δόξα τω Θεώ το τζάμι έχει φίλες.

Στο δικό μου κόσμο επικρατεί μια παλινδρόμηση. Τα καινούρια γίνονται παλιά και το αντίστροφο. Κάθε Γενάρη εδώ και 8 χρόνια μία εξεταστική να με “χαλάει”, να μου θυμίζει ότι έχω υποχρεώσεις. Όχι σαν αυτές της αληθινής ζωής. χάρτινες, πνευματικού τύπου, άλλες. Υποχρέωση να διαβάσεις. Τόσα κεφάλαια, τόσες σελίδες, να μην πας τουαλέτα αν δεν τελειώσεις το πέμπτο κεφάλαιο, να μην βγεις το βράδυ αν πρώτα δεν κάνεις επανάληψη. Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δεν γίνεται πια. Αυτά ήταν στην αρχή. Τώρα όλα έχουν αλλάξει. Θα πας στη δουλειά σου, θα μιλήσεις στο κινητό, θα ακούσειςμουσική, θα κάνεις πρώτα όλες τις δουλειές του σπιτιού, θα φτιάξεις 2 φαγητά και μετά ή θα κάστεις μισή ώρα να διαβάσεις ή δεν θα διαβάσεις καθόλου. Ήταν μια δικαιολογία το διάβασμα. δικαιολογούσε σκέψεις, μαυρίλα, τρύπωναν και κάνα δυο αποωθυμένα να κάνουν την έκβαση πιο δύσκολη, μαγικές στιγμές. Μαγικές για να μπορείς μετά να νιώσεις την αξία της ελεύθερης ζωής. Του ελεύθερου διαβάσματος, του πνεύματος, όπως εσύ το εννοείς.

Είναι ένα θολό απόγευμα, με τη φίλη μου τη βροχή να μου κρατάει παρέα καλή και πολύτιμη. Σ΄ άκουσα το πρωί σε θυμήθηκα. Σε είδα στο όνειρό μου χθες και σε ξέχασα. Θέλω να πάω στην αναδρομική έκθεση του Τσαρούχη. Δεν είναι κακό να είσαι ανάδρομος. Κάποιες φορές επιβάλλεται. Όπως τώρα. Δώσε μου όσα μου χρωστάς αναδρομικά και φύγε. Σε παρακαλώ. 

Ridiculous Thoughts

Μετρό Συγγρού-Φιξ, 14/1, ώρα 15:43. Σήμερα γιορτάζουν η Νίνα και ο Νίνας. Πάμε καλά; Από πού παίρνει τις πηγές του  για τις γιορτές το μετρό; Δεν ξέρω κανένα Νίνα δυστυχώς. Αν ξέρετε εσείς θα ήθελα πολύ να το μάθω. Έχει τρελαθεί ο κόσμος πιστεύω. Στο μετρό όλα είναι περίεργα. Τα παγκάκια είναι πολύ άβολα. Δεν υπάρχουν τουαλέτες. Οι καθαρίστριες είναι οι μόνες που χαίρομαι όταν τις βλέπω. Πολύ περιποιημένες και πολύ μεθοδικές. Καθαρίζουν τις κυλιόμενες, το πάτωμα, τις τζαμαρίες που έχουν τους χάρτες. Στο μετρό η αίσθηση του χρόνου αλλάζει. Η ώρα, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Ο χρόνος που απομένει για να έρθει ο συρμός ποτέ δεν μου βγαίνει στ αλήθεια. Τα 3 λεπτά, δεν είναι ποτέ 3 λεπτά. Λες λόγω βάθους να αλλάζει η ροή του χρόνου; Μέσα στο συρμό κανείς δεν μπαίνει πιο μέσα. Σα να φοβούνται. Όλοι κάθονται στην πόρτα  και τα άδεια πλαϊνά αερίζονται. Σήμερα γιορτάζουν η Νίνα και ο Νίνας. Γελοίες σκέψεις σκέφτομαι καθώς με συμπληρώνει η μουσική που ακούω. Σήμερα ο Κ. λείπει. Για 10 μέρες. Είναι περίεργο όταν κάποιος φεύγει για ταξίδι. Νιώθω ένα κενό. Ξέρω ότι δεν είναι εδώ και ότι δεν μπορώ να τον βρω. Με αγχώνει αυτό. Δεν το ξέρει κανείς αυτό βέβαια. Χαίρομαι να πηγαίνουν ταξίδια οι άνθρωποι. Εκεί δεν σκέφτονται αυτά που θα σκέφτονταν εδώ. Όπως κι εγώ να πάω κάπου δεν σκέφτομαι τι σκέφτονται όσοι έμειναν πίσω…Παράνοια! Σήμερα γιορτάζουν η Νίνα και ο Νίνας και δεν θέλω να πω κάτι άλλο. Έχει γίνει τόσο γελοία η χώρα αυτή που θα προτιμήσω να ξέρω αυτή τη γιορτή παρά οτιδήποτε άλλο για οικονομία, πολιτική και μεταναστευτικό.

2009 , 2+9=11, 1+1=2

Λίγες μέρες πριν αλλάξει η χρονιά. Προσπαθώ να ανατρέξω, να ανακαλέσω τι συνέβη και πώς να τη χαρακτηρίσω. Δεν γίνεται να μην το κάνω. Κάπως πρέπει να θυμάμαι την κάθε χρονιά. 2009. Το 9 είναι ο αγαπημένος μου αριθμός, έχει κάτι το άσχημο που τον κάνει όμορφο! Ό,τι προσθέσεις με το 9 σου δίνει το άθροισμα αυτού του αριθμού που πρόσθεσες. Σε αλλάζει αλλά σ αφήνει και ίδιο. Ναι. Κάτι τέτοιο συνέβη και σε εμένα. Άλλαξα εκεί που ήθελα και έμεινα κατά βάση ίδια. ‘Εκανα πράγματα και άφησα πράγματα. Συλλογή, διαλογή,περισυλλογή, διαλογισμός.

 Ναι. Ωραία. Φτάσαμε μέχρι εδώ. Καλό άθροισμα το 2. Συντροφικό. Δυναμικό. Όμορφο σαν κύκνος. Περίεργο κάποιες φορές που δεν μπορούν οι 2 άσσοι να μπορούν να διαχωριστούν ξανά και να γίνουν αυτόνομοι όπως πριν! Κι αν προστεθεί κι άλλος ένας άσσος όπως επρόκειτο να συμβεί μέσα στο 2010 (2+1=3), δεν μπορώ να ξέρω, θα το γράφω τέτοιον καιρό του χρόνου, να είμαστε καλά και με υγεία πάνω απ΄όλα!

Η ζωή θα σου πει

Η ζωή μου λέει τι να κάνω και στην παρούσα φάση μου λέει να μην κάνω τίποτα. “Καφές πικρός και ξανακλείνω τα μάτια”. Μόλις κλείνω τα μάτια κουρασμένη από το “κυνηγητό” της εδομάδας βυθίζομαι. Βουτάω βαθειά και βλέπω όνειρα. Πολλά. Όνειρα σαν συνέχεια της εδώ ζωής. Αλλά μόλις ξυπνήσω η ζωή θα μου ξαναπεί να μην κάνω τίποτα. Να μην προσπαθήσω να ξαναβρώ ανθρώπους που χάθηκαν ή τους έχασα από την πραγματικότητα. Μου είναι τόσο εύκολο να τους βρω. Όσο εύκολο ήταν να τους χάσω. Η ζωή τα κάνει δύσκολα με τα “μην” και “δεν”. Ζω με τη ζωή μου οπότε δεν μπορώ να την παρακούσω αλλά μήπως η ζωή λέει μαλακίες;

Ταξίδευα

έτσι κι αλλιώς. Πάντα ταξίδευα. Εντός εκτός κι επί τα αυτά, σε γωνίες και πλατείες, πλοία, εκκλησίες, σε λεωφορεία, τρόλευ, μετρό και τρένα. Πότε σε τραμ. Ταξιδεύω χωρίς προειδοποίηση ή έκτατη ειδοποίηση, έχοντας οδηγό την ποίηση πηγαίνω παντού. Όπου μπορείς να φανταστείς. Και απόψε αυτό ήθελα. Ένα ταξίδι, δικό μου, μοναχικό μου, μοναδικό μου, να γυρεύει εσένα εδώ και εκεί. Σε ηλεκτρονικές σελίδες και διευθύνσεις. Με μόνο στοιχείο το όνομά σου. Δεν βρήκα πολλές σελίδες. Βρήκα πολλά μονοπάτια και ένα σταυροδρόμι. Στάθηκα και περίμενα να ακούσω τη φωνή σου. Την ακούσα. Ταξίδεψα.

“Ελα να σε δω”

Άλλαξε η ώρα, αρχίσαμε τα δεν. Δεν μπορώ να περιμένω να κάνει updates to firefox θέλω να μπω να γράψω. Δεν μπορώ να περιμένω μέχρι να εγκριθούν οι κωδικοί μου για να μπω στο blog. Είναι 6 και έχει νυχτώσει. Θεωρείς ότι προλαβαίνεις για να περιμένεις;

Έχω βγει στο μπαλκόνι. Μιας και δεν βρέχει ευκαιρία για άπλωμα. Εκτός από τα ρούχα που απλώνονται, η ησυχία της γειτονιάς απλώνεται τόσο μέσα μου που ακούγεται. Σα να μη μένει κανείς εδώ γύρω κι ας έχουν ανάψει τα φώτα σε μερικά σπίτια. Σα να είμαι σε ένα σκηνικό και εγώ απλώνω ρούχα. Αριστερά γαλανός ουρανός με άσπρο φεγγάρι, δεξιά ροζ ουρανός, σουρουπώνει. Ησυχία. Παντού. Εντός εκτός και επί τα αυτά.

Δεν ξέρω εδώ και πόσες μέρες ακούω το ‘Ελα να σε δω από τη Μελίνα Κανά και τα Μακρινά Ξαδέρφια. Δεν ξέρω πως και δεν βαριέμαι να το ακούω και πότε θα το βαρεθώ. Μέχρι να βιωθούν όσα περιγράφει ή μέχρι να ρθεις να σε δω;

Σώμα

Κοιμάσαι. Πού; Να σ’ ακουμπήσω; Πού να σε βρω; Ονειρεύομαι, σου μιλάω, σε φιλώ; Κρύο έπιασε έξω. Κρύο σαν το νέο φεγγάρι, που βγήκε στον ουρανό και μου θυμίζει τα λάθη μου όλα, να γεννιούνται από την αρχή, σα να μην άλλαξε τίποτα.  Άδειασμα. Συμπέρασμα πικρό.  Ο Χρόνος που γιατρεύει πού είναι; Δεν φτάνει το μέτρημά του εδώ, σε αυτή τη  ζωή. Ο Χρόνος τίποτα δεν φέρνει κι όλα τα ζητά. Ποιος την ψυχή μου γδέρνει σα να είναι χορδές βιολιού;   Τα δέντρα εντός μου είναι ακόμα ανθισμένα, να μου θυμίζουν ότι θα ξαναβρεθούμε μοναχοί στο φως. Το φως, μόνο το φως με ενώνει μαζί σου, ούτε καν ο παλιός κοινός χρόνος.

“Θα περάσουν όλα και θα σε γυρεύω στα λίγα πράγματά σου που έχω να κρατώ”…

διαγώνια εντός μου

Οκτώβριος. Ένα τζιτζίκι που έχει ξεχαστεί στο δέντρο πότε θα σταματήσει; Κάτι τέτοια απογεύματα μου θυμίζει ότι ακόμη είναι καλοκαίρι και όπου να ναι θα φύγω για τη θάλασσα πάλι. Όμορφο απόγευμα. Στις 4 έλαμψε η σκέψη σου. Ψάχνοντας τα πράγματα μου ανακάλυψα ότι πριν 4 χρόνια βρέθηκες στο χάρτη μου. Όχι ακριβώς εκεί που μένω, πέρασες τη σήραγγα, είπες το όνομά μου και έστριψες προς τα κάτω. Εγώ ήμουν και δεν ήμουν. Δεν το γνώριζα, το μαθαίνω τώρα, σήμερα. Έχει κάποιο νόημα αυτή η διαπίστωση; Θα με βοηθήσει να σε βρω τυχαία πιο γρήγορα; Δε νομίζω. Εξάλλου όπου πάω ακολουθείς και όπου πας ακολουθώ. Αυτά συμβαίνουν όταν ο ένας ξεκινά από βορρά προς νότο και ο άλλος από νότο προς βορρά.  “Που Δυσην Ως Ανατολήν κι από Βορράν ως Νότον… “Σήμερα ομως σε ένα τέτοιο απόγευμα έπρεπε να ήσουν εδώ.

Κάποιος, κάποιοι κάποτε

στα μηνύματα αδειανό τ άσπρο φακελάκι, τραγουδά η Γαλάνη και εγώ σκέφτομαι πόσος καιρός πάει από τότε που τα μηνύματα εμφανίζονταν στο κινητό σε μορφή άσπρου φακέλου, πόσος καιρός πέρασε οριστικά από τότε που περίμενα εναγωνίως και απολύτως να έρθει έστω ένα τέτοιο. Τώρα, εδώ, καθισμένη σ’ ένα γραφείο που προσπαθώ να οικειοποιηθώ, γράφω όσα θα έλεγα σε φίλους που πια δεν είναι εδώ να ακούσουν.

Δεν ξέρω τι με πειράζει πιο πολύ. Το γεγονός ότι αλλάζουμε, το ότι άνθρωποι πηγαινοέρχονται στη ζωή μας, ότι φταίμε για πολλά και ακόμη περισσότερα, για το ότι δεν συζητάμε όπως παλιά, δεν βρισκόμαστε, δεν ζούμε με το κέφι του παρελθόντος. Δεν ξέρω τι απαντήσεις να δώσω.

Αυτή την ώρα κάποιος ακόμη δουλεύει, κάποιος μπαίνει σε ένα μπαρ, κάποιος ακούει ένα τραγούδι, κάποιος κλαίει, κάποιος πεθαίνει, κάποιος γεννιέται, κάποιος γυρίζει μια ταινία, κάποιος αδειάζει ένα τασάκι, κάποιος βήχει. Και δε με νοιάζει ποιοι τα κάνουν όλα αυτά. Με νοιάζει που δεν ξέρω ούτε  οι “δικοί” μου τι κάνουνν αυτή τη στιγμή…

ακροβατώντας στον ύπνο

Σκέφτομαι ότι έχω τόσο άγχος, που το γαμμα του θα γίνει θηλιά και θα με πνίξει αργά γρήγορα, έχουν κι αυτά γάμμα. Ό,τι κάνω το κάνω με τόσο κόπο και νιώθω τόσο βάρος εντός μου που το θ του άχθους θα αφήσει την παύλα του να πέσει στο λαιμό μου που έχω βάλει από κάτω του ως ενέχυρο… Κάνω πολλές σκέψεις, τις μαζεύω για να έχω γερό προσάναμμα για το χειμώνα. Να καούν, να ξεχαστώ, να κοιμηθώ, στην άκρη.

Ίσως προς Ίσως

Πρώτη μέρα στη δουλειά μετά από καιρό. Αρκετά τεμπέλιασα, δεν βρίσκεις; Ίσως ναι. Ίσως και όχι. Πρώτη μέρα στη δουλειά και είχα άγχος σα να βρισκόμουν στο προαύλιο του σχολείου λίγο πριν τον αγιασμό. Θα τα βρω όλα όπως τα άφησα; Θα με βρουν όλα όπως με άφησαν; Ίσως ναι, ίσως όχι. Τα χρόνια του σχολείου, δεν ξέρω αν τα νοσταλγώ, τα θυμάμαι σίγουρα. Θυμάμαι διαβάζαμε ποίηση και κλαίγαμε. Ακούγαμε ένα τραγούδι και πλαντάζαμε. Δεν χάναμε συναυλία για συναυλία, συνέχεια έξω. Τώρα, πού πήγαν όλα αυτά; Τώρα, συνέχεια μέσα. Εσύ δεν ήθελες το σπίτι σου, το χώρο σου; Τι να σου κάνει τώρα το έξω; Κι όμως… ίσως…κάτι λείπει…πάντα…

“Κι εγώ μόνη μες το πλήθος, τις αλήθειες μας κοιτώ, πως παλεύουν να βρεθούνε αλλά δεν το ομολογούνε, μοναχά για ένα χορό”

Απλά τα πράγματα

Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά και ανυπόμονα σα να είναι διαρκώς ερωτευμένη- αναστατωμένη. Βράζω ένα αυγό. Δεν θα πιω απόψε. Φτάνει  με το αλκοόλ. Και μόνη και οινόπνευμα, βαρύς συνδυασμός. Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω από που έχει έρθει αυτός ο απρόβλεπτος εαυτός μου. Αν κάποιος μου έλεγε πριν 10 χρόνια ότι θα ήμουν έτσι όπως είμαι σήμερα μάλλον θα τον ευχαριστούσα. Τώρα τι γίνεται; Συνειδητοποιώ ότι είμαι αχάριστη ή μαθαίνω τον εαυτό μου από την αρχή; Δεν τον ήξερα; Δεν με ήξερα; Κοιμόμουν τόσα χρόνια; Και τώρα τι; Ξύπνησα από κακό όνειρο και τα βλέπω όλα μαύρα σα να βρίσκομαι ακόμα εκεί; Νιώθω ότι αργώ. Αργώ να αντιδράσω σε άγνωστους εισβολείς της ζωής μου, σε φράσεις βαρύγδουπες, σε εικόνες που καίνε, σε αισθήματα που βράζουν και χύνονται. Ο χρόνος με προσπερνα διαρκώς. Ακόμα και στο πως τον μετράνε οι χτύποι της καρδιάς μου. Η σκέψη είναι μονίμως καθυστερημένη. Σαν να υπάρχει απευθείας σύνδεση από την Αυστραλία και να βλέπεις πρώτα και μετά να ακούς. Βαριέμαι να κάνω το οτιδήποτε. Πρέπει να με σύρει καράβι για να ξεκουνήσω. Λες και τα χω ζήσει όλα και τίποτα πια δεν μου κάνει εντύπωση. Σκατά. Τι φταίει; Με απογοήτευσε ο εαυτός μου; Περνάω φάση; Αυτοπροσδιορισμού; Ετεροπροσδιορισμού; Είμαι όμηρος των εννοιών στο μυαλό μου; Πρέπει να μαζευτώ. Να συμφωνήσω με τον εαυτό μου για τη σύμβαση που πρόκειται να κάνω για να μην υπάρξουν διαμαρτυρίες κατόπιν εορτής. Τι λες; Παίρνει από συμφωνίες ο εαυτός μας; Θα καταφέρω να τον συμμορφώσω στην εποχή αυτή; Θα κάνω τέλος πάντων πράξη τα όσα δύσκολα, κατηγορούσα ότι οι άλλοι κάνουν εύκολα;

Ιούνης

«Πες μου, από πού έρχεται τούτο εδώ το φως που τώρα εσύ δεν βλέπεις; Πώς φωτίζονται αυτά τα γεράνια; Είναι αυτόφωτη ξάφνου η λεύκα; Η άμμος χάλκινη. Η θάλασσα μουντή για να φαίνονται πιο φωτεινά τα τριγύρω. Οι σκέψεις. Σαν τα γεράνια. Στη μέση μιας παιδικής χαράς που ακούει μουσική. Το θαύμα έγινε…  Τα μάτια σου κοιτούν τα άλλα μάτια να βρουν μες τον καθρέφτη. Σε βλέπουν. Χαμηλώνεις πολύ το κεφάλι σου σαν γράφεις. Κρατάς με το χέρι σου το κεφάλι σου. Τα μάτια σου φέγγουν μες στο σκοτάδι, τα χέρια σου λάμπουν. Τα χείλη συνεπαρμένα από την ένταση της γραφής. Σχεδόν αινιγματικά. Γελούν; Κοιτώ ξανά στον καθρέφτη. Είμαι μόνη. Στο κάστρο το παλιό με τα ελάφια. Τώρα πια το βλέμμα σου συννέφιασε, το χέρι σου αποστεώθηκε και το κεφάλι σου κατέρρευσε κάτω από αυτό το χέρι. Ζεις;»

“Δόση”

Ποιός ορίζει τη δόση; Αυτός που τη θέλει ή αυτός που τη δίνει;

Βεγγαλλικά

Είναι μέρες που ψάχνεις να βρεις τον εαυτό σου κι ας είσαι μόνος στο δωμάτιο. Πολλές φορές χρειάζεσαι κι άλλους για να σου υπενθυμίσουν όσα είσαι και δεν είσαι. Γιατί ξεχνιέσαι; Γιατί χάνεις το “χρώμα” σου;

Περνάει ο καιρός. Περνάνε οι μέρες. Μακάρι να μπορούσα να κάνω την κάθε μέρα να ξεχωρίζει, να έχει χρώμα. Προσπαθώ, δεν ξέρω αν τα καταφέρνω όμως.

Είμαι χαρούμενη με την τροπή που παίρνει η ζωή μου. Έχουν γίνει πολλά σε 2 χρόνια. Τόσα που νομίζω έχει περάσει δεκαετία από την τελευταία φορά που σε είδα. Σα να είσαι έτη φωτός μακριά μου ή εγώ γαλαξίες μακριά σου, δεν ξέρω.

Νιώθω λίγο απροσανατολισμένη σε αυτή την πόλη. Το άσχημο γίνεται μόδα. Το γκρι είναι παντού. Το Σάββατο απαγορευμένη λέξη για να βγεις το βράδυ έξω. Εγκλωβίζεσαι. Έχουμε μαζευτεί πολλοί, δεν βρίσκεις;

Θα θελα ένα βράδυ να μείνουν όλοι στα σπίτια τους. Να ακουστεί ήχος βεγγαλικών, να βγουν όλοι στο μπαλκόνι τους ή στους δρόμους, να τα κοιτάζουν σα μικρά παιδιά τον ουρανό να αλλάζει χρώματα και μετά να ξανακοιταχτούν με νέο βλέμμα και να γνωριστούν από την αρχή. .. τότε ίσως άρχιζε να έχει κάποια παρεά και η μοναξιά…

*Μετακόμιση*

ουσ θ μετακόμιση [meta'komisi] αλλαγή κατοικίας

Δεν θα θελα να ξεκινήσω να γράφω βάζοντας ως πρώτη λέξη το “δεν” αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Δεν ξέρω. Εδώ και καιρό δεν ξέρω. Τίποτα δεν είναι πλέον αυτονόητο. Νιώθω σα να έχω χάσει την επαφή, σ να έχω ξεχάσει πώς παίζεται το παιχνίδι της ζωής, όχι πώς ζεις, πώς παίζεις. από την αρχή του χρόνου επιβεβαιώνεται η υποψία μου πως η ζωή μας αλλάζει άρδην. Κανέναν δεν ρωτάει, περνάει, σαρώνει. Ταιριάζει το μωβ με το πορτοκαλί; Ναι, απίστευτο δεν είναι; Διαπιστώσεις που ανοίγουν δρόμους…
Περνάω πολλές ώρες μόνη. Δεν είναι παράπονο αυτό, απλώς δεν ξέρω να μ’ αρέσει. Από τη μια έχω όση ώρα θέλω με εμένα να σκεφτώ, να κοιτάζω το κενό, να ρθω πιο κοντά του, να το αγαπήσω, να το φροντίσω, να το κάνω μεγαλύτερο, για να ‘χω το χαμόγελό του αντάλλαγμα. Το ‘χω αποδεχτεί το κενό μου ή ότι το μυαλό μου μέχρι εκεί πάει; Γιατί όμως θέλω να μιλάω συνέχεια; Στο κενό δεν ακούγεται ο ήχος. Ακούω μουσική, ακούγεται. 
Κοιτάζω έξω. Πάλι η γυναίκα με τα γκρίζα μαλλιά, βγήκε να καπνίσει. Πάλι μιλάει στο τηλέφωνο, χωρίς όμως να ακούγεται. Τα λόγια της παίρνει ο γκρι καπνός του τσιγάρου της που φεύγει με τον δυνατό κρύο αέρα.
Με ενοχλεί ο φακός επαφής μου. Θα ζήσω πολλά χρόνια; Θα κάνω παιδιά; Θα είμαστε ευτυχισμένοι; Πώς πέρασαν τα χρόνια; Είμαι τρελή ή υπάρχουν κι άλλοι εκεί έξω;
Γιατί μόλις φτάσει η σελίδα στο τέλος της θα σταματήσω;  Η σελίδα οφείλει να έχει ένα τέλος, εγώ μπορώ να το ξεπεράσω αλλά δεν το κάνω. Ακολουθώ τη σελίδα και παύω τις σκέψεις μου ακριβώς μόλις φτάσω στο τέλος της. 
Πόσο θα με τιμωρεί ο εαυτός μου αυτοπεριορίζοντάς με αδιαμαρτύρητα;

Εν αναμονή

Καλά που με ξύπνησες, είπα στην Άννα, κι ας μην κατάλαβε ότί το έκανε. Ήθελα να την ευχαριστήσω. Τον τελευταίο καιρό αργώ πολύ να κοιμηθώ αλλά μόλις με πάρει ο ύπνος, όλα χάνονται. Αδειάζω, φεύγω, ταξιδεύω, δεν ξέρω τι γίνεται. Μετά από χρόνια κοιμάμαι βαριά. Δεν βλέπω όνειρα. Δεν θέλω να βλέπω όνειρα. Καλύτερα έτσι. Η σκόνη του χρόνου. Όλα τα σαρώνει. Θα παω να το δω σήμερα. Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι με εμμονές. Είναι πολύ αναγνωρίσιμοι, έχουν μια δική τους σφραγίδα, μια υπογραφή μοναδική.

Ανταλλαγή mails. Επικοινωνία. Μονόλογοι. Σκέψεις μικρές, μισές, ατέλειωτες. Πόσο να περιμένουν οι άνθρωποι; Θέλω να γράψω πολλά αλλά δεν έχω σειρά, τάξη, πρόγραμμα, προτεραιότητα. Ασυνάρτητα. Ένα, δύο, τρία. Κομμάτια παντού. Θα ενωθούν; Να κάνω κάτι να τα κολλήσω; Δεν ακούω καλά τι μου λες. Πες το πιο καθαρά, ψιθύρισέ το. Είναι ο πιο δυνατός ήχος  μες την απόλυτη ησυχία.

Στο βάθος, ψέμα.

Κοιμάσαι νωρίς. Δεν ξέρεις γιατί. Βλέπεις πολλά όνειρα. Για να βλέπεις πολλά όνειρα κοιμάσαι πολύ;
Άλλοτε σε τρόμαζε ο ύπνος, δοκιμή θανάτου έλεγες. Τώρα, τον επιδιώκεις.
Ξυπνάς. Ταραγμένη. Ανοίγεις γρήγορα το παράθυρο να μπει αέρας.
Δεν μπαίνει. Άπνια. Δεν καπνίζεις πια. Δεν αναπνέεις όπως πρώτα. Σκατά. Θυμάσαι τι ονειρεύτηκες. Θες να ξανακοιμηθείς, να ξεχάσει όσα είδες, δεν μπορείς όμως. Δεν το κάνεις. Είπαμε, δεν είμαστε παιδιά.
Έχεις καρκίνο στο στήθος και αυτό είναι που σε εξοργίζει. Όχι για την αρρώστια. Για το ψέμα. Για τα ψέματα.
Δε σε νοιάζει πόσο θα ζήσεις. Σε νοιάζει το ψέμα που έγινε καρκίνος μέσα σου. Σε νοιάζει που πίστεψες στα λόγια του, “στα 71 μας θα ειμαστε ξανά μαζί να βγάζουμε τους καρκίνους μας βόλτα”. Σκατά.
Τι δεν κατάλαβα;
Γιατί δεν άντεξα ούτε το βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου να τελειώσω;
Τι το τρομερό θα συνέβαινε;
Γιατί αποφεύγουν να συγκρουστούν δύο κομήτες και προτιμά να πέφτει ο καθένας μόνος του;

Ξεκίνα, Τώρα!

Το είπα χθες, την ώρα που έμπαινα στο μετρό.
Μηδένισα!
Με την καλή έννοια!
Το ένιωσα, δεν το επιδίωξα.
Από την αρχή.
Σα να πηγαίνω πρώτη μέρα σχολείο.
Σα να μαθαίνω για πρώτη φορά.
Σα να αυξήθηκαν οι αντοχές μου, όπως σε βιντεοπαιχνίδι, επειδή έφτασα σε ένα επίπεδο με χίλιους πόντους, αυτές διπλασιάστηκαν!
Σα να μη με ενοχλούν τόσα πολλά πράγματα, ίσως τελικά να τα αποδέχτηκα.
Όσο πιο πολύ αντιστέκεσαι, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η καθημερινότητα, τόσο πιο πολύ νευριάζεις.
Δεν ξέρω αν είναι η λύση, η σωστή λύση.
Το θέμα είναι ότι είμια καλά και είμαι έτοιμη ξανά να χαρώ με τουεςγύρω μας τη ζωή που ήρθαμε να ζήσουμε.

Ψύ-Χή Ωμέγα

Περπατάς μετά από καιρό στους δρόμους της πόλης. Είναι πολύ άδεια, δεν συμφωνείς; Οι άνθρωποι τρέχουν πιο γρήγορα, διαπιστώνεις. Οι πεζοί κοιτούν συχνότερα πίσω τους σαν κάποιος αόρατος διαβάτης να τους ακολουθεί.
Μπάινιες μόνος σε ένα καφέ. Οι συζητήσεις γύρω σου αγγίζουν την τρέλα. Όλο αρρώστιες, ανεργία, έλλειψη χρημάτων. Ακούς και ξεχνάς την αγάπη, ξεχνάς ότι καθημερινά πουλάς την ψυχή σου στο διάολο.
Ξεχνάς ότι κάπου με έχεις αφήσει και σε περιμένω. Και δεν είναι η πρώτη φορά, συνήθισα και δεν είναι η τελευταία φορά.
Περιμένω ακόμη αλλά όχι εκεί που νόμιζες ότι με άφησες, πήγα πιο κάτω, πιο πέρα, πήγα αλλού. Ελπιζω να με βρεις. Να με βρεις μήπως μετά από τόσα χρονια δούμε μαζί ανατολή.

Μύρισε θάνατος-μπαρούτι

Όταν σκοτώνεις την ελπίδα και το όνειρο εν ψυχρώ δε νομίζω ότι απομέν0υν πολλά να ειπωθούν για την εποχή που διανύουμε. Σήμερα παντού παιδιά σκορπισμένα, χαμένα, οργισμένα. Σκέψεις, κινήσεις μουδιασμένες λίγο πριν τη δράση. Τι να κάνεις για να μην την πληρώσουν οι αθώοι; Τίποτα. Γιατί οι ένοχοι ξέρουν πολύ καλά να κρύβονται από πίσω τους και να γλυτώνουν… Δε νομίζω ότι θα άντεχε την εικόνα αυτή της πόλης του ο Αλέξης. Κρίμα… πόση δειλία χρειάζεται για να λάβεις ως αφορμή το θάνατο ενός 15χρονου για να κάψεις το σύμπαν;

Περπατώντας

“Τα μεγάλα λάθη που έχω κάνει έχουν γίνει όλα ασυνείδητα.
Και δεν είναι δικαιολογία αυτό.
Είναι διαπίστωση”.
Αυτά έγραφα προχωρόντας, απόγευμα, στο δρόμο της πόλης μου.
Σιγοτραγουδώντας αυτό: Μες τα σύννεφα, ζωή μου
μακριά απ τη φυλακή μου ν α με πας
να μ αγγίζει ςο αέρας
σαν το ξύπνημα μιας μέρας να γελάς
να κουρνιάζω στο πλευρό σου
μες το παραμιλητό σου να με βρεις
ν ακουστεί το ονομά μου
κι εσύ ράγισε καρδιά μου
κι ας χαθείς….

ας ερχόταν ένα βράδυ
να χει φως και όχι σκοτάδι να το ζεις
να μπορώ να σου γελάσω κι ύστερα να προσπεράσω
κι ας χαθείς, ας χαθείς……
Καιρό είχα να ακούσω κάτι σε επανάληψη, σα να είναι σ ε συνέχεια, σα να το ζεις κι ας χαθεί μετά…..

Ενδελέχεια

Σήμερα το πρωί μέσα από το τρόλεϋ νούμερο 10- το μόνο τρόλεϋ που συμπαθώ- είδα τη φιγούρα της Ευγενίας Φακίνου. Σα να την ήξερα χρόνια την αναγνώρισα να ανεβαίνει την οδό Ηριδανού. Πριν φτάσω στα Ιλίσια σκεφτόμουν ποιο δρόμο να πάρω για να πάω στην τράπεζα. Είχα καταλήξει να πάρω την οδό Ηριδανού και λόγω ονόματος και λόγω θέας. Στο τέλος του δρόμου αυτού φαίνεται να δεσπόζει ο κατά τα άλλα κρυμμένος ναός του Αγίου Χαράλαμπου. Ίσως γι αυτό πρόσεξα τη μόνη διαβάτη αυτού του δρόμου. Ήταν όπως την κοιτούσα εδώ και χρόνια στο εσώφυλλο των βιβλίων της. Με μαύρα ρούχα, σγουρά μαλλιά, τα γυαιά της και μια ανεπαίσθητη έκφραση χαμόγελου χωρίς να χαμογελάει. Το τρόλεϋ σταμάτησε, ήθελα να τρέξω, είχε βγει ήδη στη Βασιλίσσης Σοφίας, να την προλάβω, να της πω τι σημαίνει για μένα, πως με μεγάλωσε με τα βιβλία της και την τενεκεδούπολη, να της πω ότι τη συμμερίζομαι για τη μεταφυσική της. Όσο κι αν ήθελα να της τα μεταφέρω όλα αυτά, η μεταφυσική και η τηλεπάθεια δεν λειτούργησε εδώ. Όση ώρα έτρεχα να την προλάβω έψαχνε να χαθεί μέσα σε ένα κίτρινο κύμα του δρόμου. Το κίτρινο κύμα τη βρήκε, εκείνη πιάστηκε επάνω του και έφυγε αφήνοντάς με να θυμάμαι όλα τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που ένιωθα διαβάζοντας τα βιβλία της από τα 13 μου χρόνια.
Τελικά, δε με μεγάλωσε κι άσχημα και πολύ θα ήθελα να το ξέρει αυτό.

Ου-τόπος

My mistakes were made for you….Το soundtrack που παίζει τις τελευταίες νύχτες.

Δευτέρα βράδυ. Διάθεση περίεργη από το πρωί. Φοράς ένα λάθος φόρεμα, που μετράει 7 χρόνια και απορείς πώς δεν το έχει φάει όχι μόνο ο σκώρος αλλά και η σκέψη του. Σου πάει ακόμα καλώς ή κακώς. Δεν είσαι ίδια μέσα του. Σε βλέπεις με άλλο μάτι, σε παρατηρείς. Νιώθεις να τρελαίνεσαι. Είσαι εγωίστρια, δε θέλεις να ξέρεις πως υπάρχει θάνατος. Τον βλέπεις όμως, τον μυρίζεσαι, όσο κι αν θες να σου κρύβεται. Παλιά, πώς μπορούσες να μιλάς και να διαβάζεις για τον θάνατο; Τώρα γιατί όχι; Βλέπεις πως δεν γίνεται τίποτα. Πως δεν διαφέρεις σε τίποτα από κανέναν.

Σκέφτεσαι διαρκώς, έχει ςχάσει το χαμόγελό σου. Γιατί δεν είσαι όσο γελαστή ήσουν, σε ρωτάνε. Αφού είσαι πιο χαρούμενη από όσο δείχνεις γιατί κρύβεσαι; Γιατί σε βαραίνει τόσο ότι έχειςμεγαλώσει; Δε χάθηκε και ο κόσμος. Εντάξει, δε σε ρώτησε κανείς αν σου αρέσουν οι όροι του παιχνιδιού αλλά αυτοί είναι και είσαι απο τους τυχερούς γαμώτο. Εσύ θες να είναι όλοι τυχεροί. Θες όλοι να είναι καλά για να είσαι και εσύ. Αυτό τώρα τι είναι; Ευχή ή κατάρα; Λένε ότι είσαι ουτοπική. Ουτοπία, λέξη περίεργη. Σα να λέμε δεν υπάρχει τόπος για μένα. Σα να λέμε α-τοπος. Σα να λέμε χέσε μέσα. Τελικά, το πιο δίκαιο πράγμα είναι ο θάνατος. Συμβαίνει σε όλους.

Ανάγκη Αναπνοής

Άνθρωπος, όλο ανάγκες. Ανάγκη να αναπνέυσει, πρώτα απ’όλα.

Ανάγκη για τροφή υλική και πνευματική.

Ανάγκη για γέλιο, για δάκρυα, για χρώμα, για ήλιο, για βροχή.

Ανάγκη για αγάπη.

Ανάγκη για διάλογο, μονόλογο, πρόλογο, επίλογο.

Ανάγκη για απομόνωση, για συντροφιά.

Δεν γράφω κάτι καινούριο.

Ανάγκη να γράψω.

Ανάγκη να κάνω όνειρα.

Αν δεν είχα ανάγκες σε τι σόι πλάσμα θα είχα μεταλλαχθεί;

Ανάγκη απορίας…

Blog Action Day- Poverty

.

<a href=”http://blogactionday.org

Τη φτώχεια μπορείς να τη δεις παντού γύρω σου, κι ας μην είσαι προσεχτικός. Τη βλέπεις στα άδεια μάτια των ανθρώπων που ζουν μέρα νύχτα στο δρόμο και που ολοένα πληθαίνουν. Άνθρωποι που δεν έχουν πού να κοιμηθούν, που να πούνε μια κουβέντα. Γιατί φτωχοί είναι όχι ζόμπι. Η ζωή τους έχει μάθει πολλά, θέλουν να μιλήσουν, κανείς δεν τους μιλάει, μιλάνε μόνοι τους τρελαίνονται άλλοι νομίζουν πως δεν μίλησαν ποτέ, έχουν ξεχάει να συλλαβίζουν.
Τη φτώχεια τη ζεις, υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού σου διαρκώς, όταν ούτε εσύ έχεις σπίτι κι ας μην μένεις στο δρόμο, όταν πλέον το σκέφτεσαι για να κάνεις οικογένεια, όταν πια είσαι 30 και μένεις με τους γονείς σου, όταν δεν χτυπάς εισιτήριο, όταν κλέβεις το σούπερμάρκετ, όταν πας με κουπόνια διακοπές, όταν περιμένεις κάποια συναυλία ή έκθεση με ελεύθερη είσοδο.
Η φτώχεια όμως δεν περιορίζεται στην έλλειψη ποιότητας ζωής. Οι πιο πολλοί φτωχοί στην πραγματικότητα είναι πλούσιοι. Είναι όσοι αγοράζουν τζιπ ενώ μένουν στο Παγκράτι, όσοι κοιτούν τους φτωχούς ανθρώπους σαν ένα κατώτερο είδος, όσοι κάνουν τα έθιμα του τόπου τους πηγή επίδειξης νεοπλουτισμού, όσοι έχουν πάνω από ένα αυτοκίνητο, όσοι έκαψαν τα δάση για να φτιάξουν ξενοδοχεία, όσοι πίσω από μια θρησκεία γίνονται τέρατα και κάνουν τα πάντα για να ζουν στη χλιδή, όλοι όσοι μπροστά στο κέρδος γίνονται όρνια και χάνουν κάθε ένδειξη ανθρωπιάς.
Η πιο επικίνδυνη φτώχεια είναι αυτή του πνεύματος, δηλάδή όσους ανέφερα προηγουμένως. Δεν είναι τυχαίο που οι χριστιανοί πατέρες, οι φιλευσπλαχνοι αυτοί πάλι τους πλούσιους προστατεύουν εδώ και αιώνες ευχόμενοι: μακαριοι οι φτωχοι τω πνευματι.

Next, please

Νιώθω αμήχανα. Όχι όπως τότε που καθόμασταν στα παγκάκια ψάχνοντας να βρούμε τι θα πούμε και τελικά μας τύλιγε η σιωπή. Αμήχανα για το τι μας συμβαίνει. Νιώθω αμήχανα. Χωρίς μηχανισμό άμυνας, χωρίς να κάνω κάτι για να αλλάξει αυτή η κατάσταση αμηχανίας ανάμεσα μας. .. Αυτή η βραδύτητα, λες και ο χρόνος μας ανήκει και κάποτε θα ειπωθούν όλα.
Νιώθω αμήχανα ακόμα και που γράφω.
Δεν ξέρω να αντιμετωπίζω ανθρώπους, καταστάσεις μόνο. Με τους ανθρώπους αργώ γιατί είμαι αμήχανη μπροστά τους, δεν τους φοβάμαι με ακινητοποιούν με το φέρσιμό τους.
Ο υπέρμετρος εγωισμός σου, η ομίχλη σου, η απόσταση που επιτρέπεις να υπάρχει με έχει ακινητοποιήσει, μαζί με εμένα και κάθε κίνηση που θα είχε τεθεί από μένα για χάρη σου. Ευτυχώς. Να και ένας εγωισμός που μπορεί να προστατέψει κάποιον αμήχανο άνθρωπο.

Πλάνη, η επιστροφή

Είναι Τετάρτη απόγευμα. Κάθεστε στη βεράντα με έναν παλιό φίλο, παιδικό θα μπορούσες να πεις. Ήσυχη η γειτονιά αυτή. Μόνο τα περιστέρια που ανέβαιναν στα κάγκελα σας αποσπούσαν την προσοχή. Η ανάγκη σας για κουβέντα αληθινή μέτα από καιρό έπαιρνε σάρκα και οστά. Ήσασταν παρόντες με όλες σας τις αισθήσεις. Ο καθένας νόμιζε ότι είχε να πει διαφορετικά πράγματα. Εκπλαγήκατε όταν είδδατε πώς μπλέκουν τελικά οι ιστορίες των ανθρώπων.

“Κάνε το καλό και ρίχτο στο γυαλό γιατί όποιος αγαπάει ξέρει να συγχωράει” του τραγουδούσες και το εννοούσες. Τώρα όμως; Τι άλλαξε; Πού πήγε η κτανόησή σου; Η απύθμενη υπομονή σου; Η ανεξάντλητη και σχεδόν ηλίθια ανεκτικότητά σου; Μόνο η εκδίκηση πάλι δεν μπορεί να λάβει χώρο μέσα σου.

Μετά από 6 χρόνια, είναι αργά να συνειδητοποιείς κάτι που είχες αισθανθεί από την πρώτη στιγμή; Πόσο απέχει η συνείδηση από την αίσθηση; Και αφού ποτέ δεν είναι αργά και πάντα είναι νωρίς γιατί να μην συμπίπτει η κατανόηση με την ερμηνεία;

First Rain

Σάββατο, ξημερώματα. Ο ήχος της βροχής άρχισε να με ξυπνάει, για να με νανουρίσει λίγο αργότερα. Άρχισα να κρυώνω κιόλας. Άρπαξα τη λεπτή κουβέρτα. Η ζέστη της με έκανε να κοιμηθώ πιο εύκολα.
Πρωί Σαββάτου. Ο χρόνος με τη βροχή είναι δικοί μου. Τα λεπτά κυλούν πιο αργά όπως και όλα έξω από το παράθυρό μου.
Αυτή η βροχή μοιάζει σαν αυτόματο πότισμα και μου φαίνεται ότι ήρθε για να παίξει μαζί μας.

Χαμένη φωτογραφία

Μεσημέρι. Μία και τέταρτο. Πάλι έκατσες παραπάνω από όσο υπολόγιζες. Τελευταία δεν υπολογίζεις. Τιποτα. Ούτε χρόνο, ούτε χρήμα. Ίσωςε γιατί δεν έχεις τίποτα από τα 2. Ίσως γιατί βαρέθηκες, είδες ότι και που τα υπολόγιζες τι άλλαξε;

Μεσημέρι Τετάρτης. Η Κηφισίας πήζει από κάτι πολύχρωμες λαμαρίνες. Στη μέση του δρόμου υπάρχει τσιμεντένια νησίδα, κράσπεδο, χώρισμα, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Στη μέση του δρόμου, σε ασφαλές σημείο βρισκόταν η φωτογραφία της ημέρας. Ένα γηραιό ζευγάρι, πάνω από 70 και οι δυο τους, να κρατιούνται χέρι χέρι. Το συγκινητικό δεν είναι αυτό. Αυτό δε θα έκανε τη φωτογραφία εντυπωσιακή. Ήταν το παράστημά τους, το ανάστημά του, το ντύσιμό τους, η έκφρασή τους, η εικόνα τους, η αύρα τους. Εκείνη με μαύρη στενή φούστα μέχρι τον αστράγαλο και εμπριμέ κόκκινο μπλουζάκι. Μαλλιά άσπρα, ασύμμετρα κομμένα. Εκείνος 1,90 ύψος, με μια πουκαμίσα πορτοκαλί, άσπρα μακριά γέννια και μαλλιά. Ήταν σαν σκηνικό, σα στημμένοι για φωτογράφιση σε κάποιον αόρατο φωτογράφο περιοδικού. Δεν ήταν δήθεν, ήταν έτσι και έμεινα εκεί να τους κοιτάζω, ελπίζοντας σε αυτή την ηλικία να μοιάζω κι εγώ κάπως έτσι, αλλιώς καλύτερα να την κάνω νωρίς…

Lost

Πρωί. Βιαστικό ξύπνημα. Πάλι θα αργήσω στη δουλειά. Στο λεωφορείο βρωμιά, ζέστη, κακόκεφοι άνθρωποι.
Περνάω από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ποιοι δουλεύουν εκεί μέσα;
Θέλω να φύγω από την πόλη αυτή. It stinks.
Τη βαριέμαι. Όλοι είναι μίζεροι. Σνομπ χωρίς λόγο.
Διψάω. Για νερό, φίλους γελαστούς, καθαρό αέρα, θάλασσα.

Βγήκε το καινούριο cd του Θηβαίου, “Πέτρινοι κήποι”. Άκουσες το “Κι ας χαθείς;”

Hide

Δεν ξέρω τι φταίει που κάθε βράδυ γίνομαι θυμός.
Εϊναι η Αθήνα;
Είναι που νυχτώνει;
Είναι που με ζώνει ο φόβος;
Που δε μου φτάνει ο χρόνος;
Που δε μου φτάνουν τα λεφτά;
Που δεν ξέρω να μιλάω, να εκφράζω ό,τι νιώθω;
Που με πνίγει το δωμάτιο; Οι σκέψεις, ο βήχας, το νερό;
Είναι που έχει γίνει αραιή η πλέξη;
Εϊναι που όλοι είμαστε μόνοι;

Φως

Τρίτη. Είμαι 8 μέρες στην ΑΘήνα και νομίζω πως ήρθα χθες. Ήταν σα να γύρισα χθες από τις διακοπές. Ο Σεπτέμβρης βέβαια με έχει εκπλήξει ευχάριστα με το αεράκι του αλλά όχι και με τη μουντάδα του. Το μεσημέρι το φως έχει αλλάξει. Έχει μπει μια νότα του φθινοπωρου-χειμώνα που θα έρθει. Νιώθω περίεργα. Μπήκα πάλι στο παιχνίδι αδιαμαρτύρητα. Πρωινό ξύπνημα, μετρό, δουλειά, λεωφορείο, βαρεμάρα, επανάληψη ενώ όλα ντύνονται καινούρια.
Είμαι ένα γεμάτο πακέτο χαρτομάντηλα πεταμένο ανάμεσα σε ρόδες αυτοκινήτων στη Συγγρού μέρα μεσημέρι.

Το απόλυτο

Είναι Παρασκευή, απόλυτα, βράδυ και κάθεσαι σ’ενα βαρετό γραφείο. Όχι στη δουλειά, σπίτι.
Ακούς τη μουσική που είχες γράψει για το μήνα Μάρτιο και όμως ταιριάζει απόλυτα.
Μιλάς στο τηλέφωνο, φωνάζεις, τσακώνεσαι. Σε λένε απόλυτη, που δε δέχεσαι να σε επιβεβαιώνουν για τα κακώς κείμενά τους. Και για τα δικά σου ασφαλώς και απολύτως.
Νιώθεις την απόλυτη παρακμή.
Κλαίς μέχρι να παραμορφωθεί απολύτως το πρόσωπό σου.
Δεν μπορείς να πιστέψεις απόλυτα στο απόλυτο τίποτα.
Είσαι απολύτωςτελειωμένη.
Μόνο ο απόλυτος έρωτας θα μπορούσε να σε καταλάβει αλλά αυτός είναι από καιρό εξαφανισμένος.
Πίνεις το απόλυτα αποδεκτό ουίσκι και γίνεσαι κουρέλι. Γιατί δεν διάλεξες την απόλυτη βότκα;
Δεν ξέρεις τι άλλη μαλακία να πεις. Στέρεψες εντελώς και γυρέυεις την απολύτρωση.

Πίσω Αθήνα

“Μέσα σε γιορτές και γιούχα βάλαμε καινούρια ρούχα….”

Μετά απο διακοπές να γυρνάς στην ΑΘήνα. Απότο μη προσγείωση.
Να πεις ότι γυρνούσες στο Ναύπλιο, στα Χανιά, στη Χαλκίδα έστω, κάτι πήγαινε και ερχότανε.
Δε μου φταίει η πόλη. Έχω βαρεθεί το στυλάκι της. Αργεί να αλλάξει το σκηνικό της. Την προσπερνάω.

Δεν είμαι down θέλω να περάσω έναν όμορφο χειμώνα!
Το δικαιούμαι και θα παλέψω γι αυτο με νύχια και με δόντια!

Καλό φθινόπωρο και χειμώνα σε όλους!

the island mind

η λογοτεχνία είναι παρανοϊκή.
σε κάνει να βλέπεις μια θάλασσα σα χυμένο μελάνι
και το φως του φεγγαριού σα τα δάκρυα που το ξεθωριάζουν.
και μετά φταίει η λογοτεχία.

Blog στο WordPress.com.
Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.