Η ζωή μου λέει τι να κάνω και στην παρούσα φάση μου λέει να μην κάνω τίποτα. “Καφές πικρός και ξανακλείνω τα μάτια”. Μόλις κλείνω τα μάτια κουρασμένη από το “κυνηγητό” της εδομάδας βυθίζομαι. Βουτάω βαθειά και βλέπω όνειρα. Πολλά. Όνειρα σαν συνέχεια της εδώ ζωής. Αλλά μόλις ξυπνήσω η ζωή θα μου ξαναπεί να μην κάνω τίποτα. Να μην προσπαθήσω να ξαναβρώ ανθρώπους που χάθηκαν ή τους έχασα από την πραγματικότητα. Μου είναι τόσο εύκολο να τους βρω. Όσο εύκολο ήταν να τους χάσω. Η ζωή τα κάνει δύσκολα με τα “μην” και “δεν”. Ζω με τη ζωή μου οπότε δεν μπορώ να την παρακούσω αλλά μήπως η ζωή λέει μαλακίες;

έτσι κι αλλιώς. Πάντα ταξίδευα. Εντός εκτός κι επί τα αυτά, σε γωνίες και πλατείες, πλοία, εκκλησίες, σε λεωφορεία, τρόλευ, μετρό και τρένα. Πότε σε τραμ. Ταξιδεύω χωρίς προειδοποίηση ή έκτατη ειδοποίηση, έχοντας οδηγό την ποίηση πηγαίνω παντού. Όπου μπορείς να φανταστείς. Και απόψε αυτό ήθελα. Ένα ταξίδι, δικό μου, μοναχικό μου, μοναδικό μου, να γυρεύει εσένα εδώ και εκεί. Σε ηλεκτρονικές σελίδες και διευθύνσεις. Με μόνο στοιχείο το όνομά σου. Δεν βρήκα πολλές σελίδες. Βρήκα πολλά μονοπάτια και ένα σταυροδρόμι. Στάθηκα και περίμενα να ακούσω τη φωνή σου. Την ακούσα. Ταξίδεψα.

Άλλαξε η ώρα, αρχίσαμε τα δεν. Δεν μπορώ να περιμένω να κάνει updates to firefox θέλω να μπω να γράψω. Δεν μπορώ να περιμένω μέχρι να εγκριθούν οι κωδικοί μου για να μπω στο blog. Είναι 6 και έχει νυχτώσει. Θεωρείς ότι προλαβαίνεις για να περιμένεις;

Έχω βγει στο μπαλκόνι. Μιας και δεν βρέχει ευκαιρία για άπλωμα. Εκτός από τα ρούχα που απλώνονται, η ησυχία της γειτονιάς απλώνεται τόσο μέσα μου που ακούγεται. Σα να μη μένει κανείς εδώ γύρω κι ας έχουν ανάψει τα φώτα σε μερικά σπίτια. Σα να είμαι σε ένα σκηνικό και εγώ απλώνω ρούχα. Αριστερά γαλανός ουρανός με άσπρο φεγγάρι, δεξιά ροζ ουρανός, σουρουπώνει. Ησυχία. Παντού. Εντός εκτός και επί τα αυτά.

Δεν ξέρω εδώ και πόσες μέρες ακούω το ‘Ελα να σε δω από τη Μελίνα Κανά και τα Μακρινά Ξαδέρφια. Δεν ξέρω πως και δεν βαριέμαι να το ακούω και πότε θα το βαρεθώ. Μέχρι να βιωθούν όσα περιγράφει ή μέχρι να ρθεις να σε δω;

Κοιμάσαι. Πού; Να σ’ ακουμπήσω; Πού να σε βρω; Ονειρεύομαι, σου μιλάω, σε φιλώ; Κρύο έπιασε έξω. Κρύο σαν το νέο φεγγάρι, που βγήκε στον ουρανό και μου θυμίζει τα λάθη μου όλα, να γεννιούνται από την αρχή, σα να μην άλλαξε τίποτα.  Άδειασμα. Συμπέρασμα πικρό.  Ο Χρόνος που γιατρεύει πού είναι; Δεν φτάνει το μέτρημά του εδώ, σε αυτή τη  ζωή. Ο Χρόνος τίποτα δεν φέρνει κι όλα τα ζητά. Ποιος την ψυχή μου γδέρνει σα να είναι χορδές βιολιού;   Τα δέντρα εντός μου είναι ακόμα ανθισμένα, να μου θυμίζουν ότι θα ξαναβρεθούμε μοναχοί στο φως. Το φως, μόνο το φως με ενώνει μαζί σου, ούτε καν ο παλιός κοινός χρόνος.

“Θα περάσουν όλα και θα σε γυρεύω στα λίγα πράγματά σου που έχω να κρατώ”…

Οκτώβριος. Ένα τζιτζίκι που έχει ξεχαστεί στο δέντρο πότε θα σταματήσει; Κάτι τέτοια απογεύματα μου θυμίζει ότι ακόμη είναι καλοκαίρι και όπου να ναι θα φύγω για τη θάλασσα πάλι. Όμορφο απόγευμα. Στις 4 έλαμψε η σκέψη σου. Ψάχνοντας τα πράγματα μου ανακάλυψα ότι πριν 4 χρόνια βρέθηκες στο χάρτη μου. Όχι ακριβώς εκεί που μένω, πέρασες τη σήραγγα, είπες το όνομά μου και έστριψες προς τα κάτω. Εγώ ήμουν και δεν ήμουν. Δεν το γνώριζα, το μαθαίνω τώρα, σήμερα. Έχει κάποιο νόημα αυτή η διαπίστωση; Θα με βοηθήσει να σε βρω τυχαία πιο γρήγορα; Δε νομίζω. Εξάλλου όπου πάω ακολουθείς και όπου πας ακολουθώ. Αυτά συμβαίνουν όταν ο ένας ξεκινά από βορρά προς νότο και ο άλλος από νότο προς βορρά.  “Που Δυσην Ως Ανατολήν κι από Βορράν ως Νότον… “Σήμερα ομως σε ένα τέτοιο απόγευμα έπρεπε να ήσουν εδώ.

στα μηνύματα αδειανό τ άσπρο φακελάκι, τραγουδά η Γαλάνη και εγώ σκέφτομαι πόσος καιρός πάει από τότε που τα μηνύματα εμφανίζονταν στο κινητό σε μορφή άσπρου φακέλου, πόσος καιρός πέρασε οριστικά από τότε που περίμενα εναγωνίως και απολύτως να έρθει έστω ένα τέτοιο. Τώρα, εδώ, καθισμένη σ’ ένα γραφείο που προσπαθώ να οικειοποιηθώ, γράφω όσα θα έλεγα σε φίλους που πια δεν είναι εδώ να ακούσουν.

Δεν ξέρω τι με πειράζει πιο πολύ. Το γεγονός ότι αλλάζουμε, το ότι άνθρωποι πηγαινοέρχονται στη ζωή μας, ότι φταίμε για πολλά και ακόμη περισσότερα, για το ότι δεν συζητάμε όπως παλιά, δεν βρισκόμαστε, δεν ζούμε με το κέφι του παρελθόντος. Δεν ξέρω τι απαντήσεις να δώσω.

Αυτή την ώρα κάποιος ακόμη δουλεύει, κάποιος μπαίνει σε ένα μπαρ, κάποιος ακούει ένα τραγούδι, κάποιος κλαίει, κάποιος πεθαίνει, κάποιος γεννιέται, κάποιος γυρίζει μια ταινία, κάποιος αδειάζει ένα τασάκι, κάποιος βήχει. Και δε με νοιάζει ποιοι τα κάνουν όλα αυτά. Με νοιάζει που δεν ξέρω ούτε  οι “δικοί” μου τι κάνουνν αυτή τη στιγμή…

Σκέφτομαι ότι έχω τόσο άγχος, που το γαμμα του θα γίνει θηλιά και θα με πνίξει αργά γρήγορα, έχουν κι αυτά γάμμα. Ό,τι κάνω το κάνω με τόσο κόπο και νιώθω τόσο βάρος εντός μου που το θ του άχθους θα αφήσει την παύλα του να πέσει στο λαιμό μου που έχω βάλει από κάτω του ως ενέχυρο… Κάνω πολλές σκέψεις, τις μαζεύω για να έχω γερό προσάναμμα για το χειμώνα. Να καούν, να ξεχαστώ, να κοιμηθώ, στην άκρη.

Πρώτη μέρα στη δουλειά μετά από καιρό. Αρκετά τεμπέλιασα, δεν βρίσκεις; Ίσως ναι. Ίσως και όχι. Πρώτη μέρα στη δουλειά και είχα άγχος σα να βρισκόμουν στο προαύλιο του σχολείου λίγο πριν τον αγιασμό. Θα τα βρω όλα όπως τα άφησα; Θα με βρουν όλα όπως με άφησαν; Ίσως ναι, ίσως όχι. Τα χρόνια του σχολείου, δεν ξέρω αν τα νοσταλγώ, τα θυμάμαι σίγουρα. Θυμάμαι διαβάζαμε ποίηση και κλαίγαμε. Ακούγαμε ένα τραγούδι και πλαντάζαμε. Δεν χάναμε συναυλία για συναυλία, συνέχεια έξω. Τώρα, πού πήγαν όλα αυτά; Τώρα, συνέχεια μέσα. Εσύ δεν ήθελες το σπίτι σου, το χώρο σου; Τι να σου κάνει τώρα το έξω; Κι όμως… ίσως…κάτι λείπει…πάντα…

“Κι εγώ μόνη μες το πλήθος, τις αλήθειες μας κοιτώ, πως παλεύουν να βρεθούνε αλλά δεν το ομολογούνε, μοναχά για ένα χορό”

Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά και ανυπόμονα σα να είναι διαρκώς ερωτευμένη- αναστατωμένη. Βράζω ένα αυγό. Δεν θα πιω απόψε. Φτάνει  με το αλκοόλ. Και μόνη και οινόπνευμα, βαρύς συνδυασμός. Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω από που έχει έρθει αυτός ο απρόβλεπτος εαυτός μου. Αν κάποιος μου έλεγε πριν 10 χρόνια ότι θα ήμουν έτσι όπως είμαι σήμερα μάλλον θα τον ευχαριστούσα. Τώρα τι γίνεται; Συνειδητοποιώ ότι είμαι αχάριστη ή μαθαίνω τον εαυτό μου από την αρχή; Δεν τον ήξερα; Δεν με ήξερα; Κοιμόμουν τόσα χρόνια; Και τώρα τι; Ξύπνησα από κακό όνειρο και τα βλέπω όλα μαύρα σα να βρίσκομαι ακόμα εκεί; Νιώθω ότι αργώ. Αργώ να αντιδράσω σε άγνωστους εισβολείς της ζωής μου, σε φράσεις βαρύγδουπες, σε εικόνες που καίνε, σε αισθήματα που βράζουν και χύνονται. Ο χρόνος με προσπερνα διαρκώς. Ακόμα και στο πως τον μετράνε οι χτύποι της καρδιάς μου. Η σκέψη είναι μονίμως καθυστερημένη. Σαν να υπάρχει απευθείας σύνδεση από την Αυστραλία και να βλέπεις πρώτα και μετά να ακούς. Βαριέμαι να κάνω το οτιδήποτε. Πρέπει να με σύρει καράβι για να ξεκουνήσω. Λες και τα χω ζήσει όλα και τίποτα πια δεν μου κάνει εντύπωση. Σκατά. Τι φταίει; Με απογοήτευσε ο εαυτός μου; Περνάω φάση; Αυτοπροσδιορισμού; Ετεροπροσδιορισμού; Είμαι όμηρος των εννοιών στο μυαλό μου; Πρέπει να μαζευτώ. Να συμφωνήσω με τον εαυτό μου για τη σύμβαση που πρόκειται να κάνω για να μην υπάρξουν διαμαρτυρίες κατόπιν εορτής. Τι λες; Παίρνει από συμφωνίες ο εαυτός μας; Θα καταφέρω να τον συμμορφώσω στην εποχή αυτή; Θα κάνω τέλος πάντων πράξη τα όσα δύσκολα, κατηγορούσα ότι οι άλλοι κάνουν εύκολα;

«Πες μου, από πού έρχεται τούτο εδώ το φως που τώρα εσύ δεν βλέπεις; Πώς φωτίζονται αυτά τα γεράνια; Είναι αυτόφωτη ξάφνου η λεύκα; Η άμμος χάλκινη. Η θάλασσα μουντή για να φαίνονται πιο φωτεινά τα τριγύρω. Οι σκέψεις. Σαν τα γεράνια. Στη μέση μιας παιδικής χαράς που ακούει μουσική. Το θαύμα έγινε…  Τα μάτια σου κοιτούν τα άλλα μάτια να βρουν μες τον καθρέφτη. Σε βλέπουν. Χαμηλώνεις πολύ το κεφάλι σου σαν γράφεις. Κρατάς με το χέρι σου το κεφάλι σου. Τα μάτια σου φέγγουν μες στο σκοτάδι, τα χέρια σου λάμπουν. Τα χείλη συνεπαρμένα από την ένταση της γραφής. Σχεδόν αινιγματικά. Γελούν; Κοιτώ ξανά στον καθρέφτη. Είμαι μόνη. Στο κάστρο το παλιό με τα ελάφια. Τώρα πια το βλέμμα σου συννέφιασε, το χέρι σου αποστεώθηκε και το κεφάλι σου κατέρρευσε κάτω από αυτό το χέρι. Ζεις;»

Ποιός ορίζει τη δόση; Αυτός που τη θέλει ή αυτός που τη δίνει;

Είναι μέρες που ψάχνεις να βρεις τον εαυτό σου κι ας είσαι μόνος στο δωμάτιο. Πολλές φορές χρειάζεσαι κι άλλους για να σου υπενθυμίσουν όσα είσαι και δεν είσαι. Γιατί ξεχνιέσαι; Γιατί χάνεις το “χρώμα” σου;

Περνάει ο καιρός. Περνάνε οι μέρες. Μακάρι να μπορούσα να κάνω την κάθε μέρα να ξεχωρίζει, να έχει χρώμα. Προσπαθώ, δεν ξέρω αν τα καταφέρνω όμως.

Είμαι χαρούμενη με την τροπή που παίρνει η ζωή μου. Έχουν γίνει πολλά σε 2 χρόνια. Τόσα που νομίζω έχει περάσει δεκαετία από την τελευταία φορά που σε είδα. Σα να είσαι έτη φωτός μακριά μου ή εγώ γαλαξίες μακριά σου, δεν ξέρω.

Νιώθω λίγο απροσανατολισμένη σε αυτή την πόλη. Το άσχημο γίνεται μόδα. Το γκρι είναι παντού. Το Σάββατο απαγορευμένη λέξη για να βγεις το βράδυ έξω. Εγκλωβίζεσαι. Έχουμε μαζευτεί πολλοί, δεν βρίσκεις;

Θα θελα ένα βράδυ να μείνουν όλοι στα σπίτια τους. Να ακουστεί ήχος βεγγαλικών, να βγουν όλοι στο μπαλκόνι τους ή στους δρόμους, να τα κοιτάζουν σα μικρά παιδιά τον ουρανό να αλλάζει χρώματα και μετά να ξανακοιταχτούν με νέο βλέμμα και να γνωριστούν από την αρχή. .. τότε ίσως άρχιζε να έχει κάποια παρεά και η μοναξιά…

ουσ θ μετακόμιση [meta'komisi] αλλαγή κατοικίας

Δεν θα θελα να ξεκινήσω να γράφω βάζοντας ως πρώτη λέξη το “δεν” αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Δεν ξέρω. Εδώ και καιρό δεν ξέρω. Τίποτα δεν είναι πλέον αυτονόητο. Νιώθω σα να έχω χάσει την επαφή, σ να έχω ξεχάσει πώς παίζεται το παιχνίδι της ζωής, όχι πώς ζεις, πώς παίζεις. από την αρχή του χρόνου επιβεβαιώνεται η υποψία μου πως η ζωή μας αλλάζει άρδην. Κανέναν δεν ρωτάει, περνάει, σαρώνει. Ταιριάζει το μωβ με το πορτοκαλί; Ναι, απίστευτο δεν είναι; Διαπιστώσεις που ανοίγουν δρόμους…
Περνάω πολλές ώρες μόνη. Δεν είναι παράπονο αυτό, απλώς δεν ξέρω να μ’ αρέσει. Από τη μια έχω όση ώρα θέλω με εμένα να σκεφτώ, να κοιτάζω το κενό, να ρθω πιο κοντά του, να το αγαπήσω, να το φροντίσω, να το κάνω μεγαλύτερο, για να ‘χω το χαμόγελό του αντάλλαγμα. Το ‘χω αποδεχτεί το κενό μου ή ότι το μυαλό μου μέχρι εκεί πάει; Γιατί όμως θέλω να μιλάω συνέχεια; Στο κενό δεν ακούγεται ο ήχος. Ακούω μουσική, ακούγεται. 
Κοιτάζω έξω. Πάλι η γυναίκα με τα γκρίζα μαλλιά, βγήκε να καπνίσει. Πάλι μιλάει στο τηλέφωνο, χωρίς όμως να ακούγεται. Τα λόγια της παίρνει ο γκρι καπνός του τσιγάρου της που φεύγει με τον δυνατό κρύο αέρα.
Με ενοχλεί ο φακός επαφής μου. Θα ζήσω πολλά χρόνια; Θα κάνω παιδιά; Θα είμαστε ευτυχισμένοι; Πώς πέρασαν τα χρόνια; Είμαι τρελή ή υπάρχουν κι άλλοι εκεί έξω;
Γιατί μόλις φτάσει η σελίδα στο τέλος της θα σταματήσω;  Η σελίδα οφείλει να έχει ένα τέλος, εγώ μπορώ να το ξεπεράσω αλλά δεν το κάνω. Ακολουθώ τη σελίδα και παύω τις σκέψεις μου ακριβώς μόλις φτάσω στο τέλος της. 
Πόσο θα με τιμωρεί ο εαυτός μου αυτοπεριορίζοντάς με αδιαμαρτύρητα;

Καλά που με ξύπνησες, είπα στην Άννα, κι ας μην κατάλαβε ότί το έκανε. Ήθελα να την ευχαριστήσω. Τον τελευταίο καιρό αργώ πολύ να κοιμηθώ αλλά μόλις με πάρει ο ύπνος, όλα χάνονται. Αδειάζω, φεύγω, ταξιδεύω, δεν ξέρω τι γίνεται. Μετά από χρόνια κοιμάμαι βαριά. Δεν βλέπω όνειρα. Δεν θέλω να βλέπω όνειρα. Καλύτερα έτσι. Η σκόνη του χρόνου. Όλα τα σαρώνει. Θα παω να το δω σήμερα. Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι με εμμονές. Είναι πολύ αναγνωρίσιμοι, έχουν μια δική τους σφραγίδα, μια υπογραφή μοναδική.

Ανταλλαγή mails. Επικοινωνία. Μονόλογοι. Σκέψεις μικρές, μισές, ατέλειωτες. Πόσο να περιμένουν οι άνθρωποι; Θέλω να γράψω πολλά αλλά δεν έχω σειρά, τάξη, πρόγραμμα, προτεραιότητα. Ασυνάρτητα. Ένα, δύο, τρία. Κομμάτια παντού. Θα ενωθούν; Να κάνω κάτι να τα κολλήσω; Δεν ακούω καλά τι μου λες. Πες το πιο καθαρά, ψιθύρισέ το. Είναι ο πιο δυνατός ήχος  μες την απόλυτη ησυχία.

Κοιμάσαι νωρίς. Δεν ξέρεις γιατί. Βλέπεις πολλά όνειρα. Για να βλέπεις πολλά όνειρα κοιμάσαι πολύ;
Άλλοτε σε τρόμαζε ο ύπνος, δοκιμή θανάτου έλεγες. Τώρα, τον επιδιώκεις.
Ξυπνάς. Ταραγμένη. Ανοίγεις γρήγορα το παράθυρο να μπει αέρας.
Δεν μπαίνει. Άπνια. Δεν καπνίζεις πια. Δεν αναπνέεις όπως πρώτα. Σκατά. Θυμάσαι τι ονειρεύτηκες. Θες να ξανακοιμηθείς, να ξεχάσει όσα είδες, δεν μπορείς όμως. Δεν το κάνεις. Είπαμε, δεν είμαστε παιδιά.
Έχεις καρκίνο στο στήθος και αυτό είναι που σε εξοργίζει. Όχι για την αρρώστια. Για το ψέμα. Για τα ψέματα.
Δε σε νοιάζει πόσο θα ζήσεις. Σε νοιάζει το ψέμα που έγινε καρκίνος μέσα σου. Σε νοιάζει που πίστεψες στα λόγια του, “στα 71 μας θα ειμαστε ξανά μαζί να βγάζουμε τους καρκίνους μας βόλτα”. Σκατά.
Τι δεν κατάλαβα;
Γιατί δεν άντεξα ούτε το βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου να τελειώσω;
Τι το τρομερό θα συνέβαινε;
Γιατί αποφεύγουν να συγκρουστούν δύο κομήτες και προτιμά να πέφτει ο καθένας μόνος του;

Το είπα χθες, την ώρα που έμπαινα στο μετρό.
Μηδένισα!
Με την καλή έννοια!
Το ένιωσα, δεν το επιδίωξα.
Από την αρχή.
Σα να πηγαίνω πρώτη μέρα σχολείο.
Σα να μαθαίνω για πρώτη φορά.
Σα να αυξήθηκαν οι αντοχές μου, όπως σε βιντεοπαιχνίδι, επειδή έφτασα σε ένα επίπεδο με χίλιους πόντους, αυτές διπλασιάστηκαν!
Σα να μη με ενοχλούν τόσα πολλά πράγματα, ίσως τελικά να τα αποδέχτηκα.
Όσο πιο πολύ αντιστέκεσαι, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η καθημερινότητα, τόσο πιο πολύ νευριάζεις.
Δεν ξέρω αν είναι η λύση, η σωστή λύση.
Το θέμα είναι ότι είμια καλά και είμαι έτοιμη ξανά να χαρώ με τουεςγύρω μας τη ζωή που ήρθαμε να ζήσουμε.

Περπατάς μετά από καιρό στους δρόμους της πόλης. Είναι πολύ άδεια, δεν συμφωνείς; Οι άνθρωποι τρέχουν πιο γρήγορα, διαπιστώνεις. Οι πεζοί κοιτούν συχνότερα πίσω τους σαν κάποιος αόρατος διαβάτης να τους ακολουθεί.
Μπάινιες μόνος σε ένα καφέ. Οι συζητήσεις γύρω σου αγγίζουν την τρέλα. Όλο αρρώστιες, ανεργία, έλλειψη χρημάτων. Ακούς και ξεχνάς την αγάπη, ξεχνάς ότι καθημερινά πουλάς την ψυχή σου στο διάολο.
Ξεχνάς ότι κάπου με έχεις αφήσει και σε περιμένω. Και δεν είναι η πρώτη φορά, συνήθισα και δεν είναι η τελευταία φορά.
Περιμένω ακόμη αλλά όχι εκεί που νόμιζες ότι με άφησες, πήγα πιο κάτω, πιο πέρα, πήγα αλλού. Ελπιζω να με βρεις. Να με βρεις μήπως μετά από τόσα χρονια δούμε μαζί ανατολή.

Όταν σκοτώνεις την ελπίδα και το όνειρο εν ψυχρώ δε νομίζω ότι απομέν0υν πολλά να ειπωθούν για την εποχή που διανύουμε. Σήμερα παντού παιδιά σκορπισμένα, χαμένα, οργισμένα. Σκέψεις, κινήσεις μουδιασμένες λίγο πριν τη δράση. Τι να κάνεις για να μην την πληρώσουν οι αθώοι; Τίποτα. Γιατί οι ένοχοι ξέρουν πολύ καλά να κρύβονται από πίσω τους και να γλυτώνουν… Δε νομίζω ότι θα άντεχε την εικόνα αυτή της πόλης του ο Αλέξης. Κρίμα… πόση δειλία χρειάζεται για να λάβεις ως αφορμή το θάνατο ενός 15χρονου για να κάψεις το σύμπαν;

“Τα μεγάλα λάθη που έχω κάνει έχουν γίνει όλα ασυνείδητα.
Και δεν είναι δικαιολογία αυτό.
Είναι διαπίστωση”.
Αυτά έγραφα προχωρόντας, απόγευμα, στο δρόμο της πόλης μου.
Σιγοτραγουδώντας αυτό: Μες τα σύννεφα, ζωή μου
μακριά απ τη φυλακή μου ν α με πας
να μ αγγίζει ςο αέρας
σαν το ξύπνημα μιας μέρας να γελάς
να κουρνιάζω στο πλευρό σου
μες το παραμιλητό σου να με βρεις
ν ακουστεί το ονομά μου
κι εσύ ράγισε καρδιά μου
κι ας χαθείς….

ας ερχόταν ένα βράδυ
να χει φως και όχι σκοτάδι να το ζεις
να μπορώ να σου γελάσω κι ύστερα να προσπεράσω
κι ας χαθείς, ας χαθείς……
Καιρό είχα να ακούσω κάτι σε επανάληψη, σα να είναι σ ε συνέχεια, σα να το ζεις κι ας χαθεί μετά…..

Σήμερα το πρωί μέσα από το τρόλεϋ νούμερο 10- το μόνο τρόλεϋ που συμπαθώ- είδα τη φιγούρα της Ευγενίας Φακίνου. Σα να την ήξερα χρόνια την αναγνώρισα να ανεβαίνει την οδό Ηριδανού. Πριν φτάσω στα Ιλίσια σκεφτόμουν ποιο δρόμο να πάρω για να πάω στην τράπεζα. Είχα καταλήξει να πάρω την οδό Ηριδανού και λόγω ονόματος και λόγω θέας. Στο τέλος του δρόμου αυτού φαίνεται να δεσπόζει ο κατά τα άλλα κρυμμένος ναός του Αγίου Χαράλαμπου. Ίσως γι αυτό πρόσεξα τη μόνη διαβάτη αυτού του δρόμου. Ήταν όπως την κοιτούσα εδώ και χρόνια στο εσώφυλλο των βιβλίων της. Με μαύρα ρούχα, σγουρά μαλλιά, τα γυαιά της και μια ανεπαίσθητη έκφραση χαμόγελου χωρίς να χαμογελάει. Το τρόλεϋ σταμάτησε, ήθελα να τρέξω, είχε βγει ήδη στη Βασιλίσσης Σοφίας, να την προλάβω, να της πω τι σημαίνει για μένα, πως με μεγάλωσε με τα βιβλία της και την τενεκεδούπολη, να της πω ότι τη συμμερίζομαι για τη μεταφυσική της. Όσο κι αν ήθελα να της τα μεταφέρω όλα αυτά, η μεταφυσική και η τηλεπάθεια δεν λειτούργησε εδώ. Όση ώρα έτρεχα να την προλάβω έψαχνε να χαθεί μέσα σε ένα κίτρινο κύμα του δρόμου. Το κίτρινο κύμα τη βρήκε, εκείνη πιάστηκε επάνω του και έφυγε αφήνοντάς με να θυμάμαι όλα τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που ένιωθα διαβάζοντας τα βιβλία της από τα 13 μου χρόνια.
Τελικά, δε με μεγάλωσε κι άσχημα και πολύ θα ήθελα να το ξέρει αυτό.

My mistakes were made for you….Το soundtrack που παίζει τις τελευταίες νύχτες.

Δευτέρα βράδυ. Διάθεση περίεργη από το πρωί. Φοράς ένα λάθος φόρεμα, που μετράει 7 χρόνια και απορείς πώς δεν το έχει φάει όχι μόνο ο σκώρος αλλά και η σκέψη του. Σου πάει ακόμα καλώς ή κακώς. Δεν είσαι ίδια μέσα του. Σε βλέπεις με άλλο μάτι, σε παρατηρείς. Νιώθεις να τρελαίνεσαι. Είσαι εγωίστρια, δε θέλεις να ξέρεις πως υπάρχει θάνατος. Τον βλέπεις όμως, τον μυρίζεσαι, όσο κι αν θες να σου κρύβεται. Παλιά, πώς μπορούσες να μιλάς και να διαβάζεις για τον θάνατο; Τώρα γιατί όχι; Βλέπεις πως δεν γίνεται τίποτα. Πως δεν διαφέρεις σε τίποτα από κανέναν.

Σκέφτεσαι διαρκώς, έχει ςχάσει το χαμόγελό σου. Γιατί δεν είσαι όσο γελαστή ήσουν, σε ρωτάνε. Αφού είσαι πιο χαρούμενη από όσο δείχνεις γιατί κρύβεσαι; Γιατί σε βαραίνει τόσο ότι έχειςμεγαλώσει; Δε χάθηκε και ο κόσμος. Εντάξει, δε σε ρώτησε κανείς αν σου αρέσουν οι όροι του παιχνιδιού αλλά αυτοί είναι και είσαι απο τους τυχερούς γαμώτο. Εσύ θες να είναι όλοι τυχεροί. Θες όλοι να είναι καλά για να είσαι και εσύ. Αυτό τώρα τι είναι; Ευχή ή κατάρα; Λένε ότι είσαι ουτοπική. Ουτοπία, λέξη περίεργη. Σα να λέμε δεν υπάρχει τόπος για μένα. Σα να λέμε α-τοπος. Σα να λέμε χέσε μέσα. Τελικά, το πιο δίκαιο πράγμα είναι ο θάνατος. Συμβαίνει σε όλους.

Άνθρωπος, όλο ανάγκες. Ανάγκη να αναπνέυσει, πρώτα απ’όλα.

Ανάγκη για τροφή υλική και πνευματική.

Ανάγκη για γέλιο, για δάκρυα, για χρώμα, για ήλιο, για βροχή.

Ανάγκη για αγάπη.

Ανάγκη για διάλογο, μονόλογο, πρόλογο, επίλογο.

Ανάγκη για απομόνωση, για συντροφιά.

Δεν γράφω κάτι καινούριο.

Ανάγκη να γράψω.

Ανάγκη να κάνω όνειρα.

Αν δεν είχα ανάγκες σε τι σόι πλάσμα θα είχα μεταλλαχθεί;

Ανάγκη απορίας…

.

<a href=”http://blogactionday.org

Τη φτώχεια μπορείς να τη δεις παντού γύρω σου, κι ας μην είσαι προσεχτικός. Τη βλέπεις στα άδεια μάτια των ανθρώπων που ζουν μέρα νύχτα στο δρόμο και που ολοένα πληθαίνουν. Άνθρωποι που δεν έχουν πού να κοιμηθούν, που να πούνε μια κουβέντα. Γιατί φτωχοί είναι όχι ζόμπι. Η ζωή τους έχει μάθει πολλά, θέλουν να μιλήσουν, κανείς δεν τους μιλάει, μιλάνε μόνοι τους τρελαίνονται άλλοι νομίζουν πως δεν μίλησαν ποτέ, έχουν ξεχάει να συλλαβίζουν.
Τη φτώχεια τη ζεις, υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού σου διαρκώς, όταν ούτε εσύ έχεις σπίτι κι ας μην μένεις στο δρόμο, όταν πλέον το σκέφτεσαι για να κάνεις οικογένεια, όταν πια είσαι 30 και μένεις με τους γονείς σου, όταν δεν χτυπάς εισιτήριο, όταν κλέβεις το σούπερμάρκετ, όταν πας με κουπόνια διακοπές, όταν περιμένεις κάποια συναυλία ή έκθεση με ελεύθερη είσοδο.
Η φτώχεια όμως δεν περιορίζεται στην έλλειψη ποιότητας ζωής. Οι πιο πολλοί φτωχοί στην πραγματικότητα είναι πλούσιοι. Είναι όσοι αγοράζουν τζιπ ενώ μένουν στο Παγκράτι, όσοι κοιτούν τους φτωχούς ανθρώπους σαν ένα κατώτερο είδος, όσοι κάνουν τα έθιμα του τόπου τους πηγή επίδειξης νεοπλουτισμού, όσοι έχουν πάνω από ένα αυτοκίνητο, όσοι έκαψαν τα δάση για να φτιάξουν ξενοδοχεία, όσοι πίσω από μια θρησκεία γίνονται τέρατα και κάνουν τα πάντα για να ζουν στη χλιδή, όλοι όσοι μπροστά στο κέρδος γίνονται όρνια και χάνουν κάθε ένδειξη ανθρωπιάς.
Η πιο επικίνδυνη φτώχεια είναι αυτή του πνεύματος, δηλάδή όσους ανέφερα προηγουμένως. Δεν είναι τυχαίο που οι χριστιανοί πατέρες, οι φιλευσπλαχνοι αυτοί πάλι τους πλούσιους προστατεύουν εδώ και αιώνες ευχόμενοι: μακαριοι οι φτωχοι τω πνευματι.

Νιώθω αμήχανα. Όχι όπως τότε που καθόμασταν στα παγκάκια ψάχνοντας να βρούμε τι θα πούμε και τελικά μας τύλιγε η σιωπή. Αμήχανα για το τι μας συμβαίνει. Νιώθω αμήχανα. Χωρίς μηχανισμό άμυνας, χωρίς να κάνω κάτι για να αλλάξει αυτή η κατάσταση αμηχανίας ανάμεσα μας. .. Αυτή η βραδύτητα, λες και ο χρόνος μας ανήκει και κάποτε θα ειπωθούν όλα.
Νιώθω αμήχανα ακόμα και που γράφω.
Δεν ξέρω να αντιμετωπίζω ανθρώπους, καταστάσεις μόνο. Με τους ανθρώπους αργώ γιατί είμαι αμήχανη μπροστά τους, δεν τους φοβάμαι με ακινητοποιούν με το φέρσιμό τους.
Ο υπέρμετρος εγωισμός σου, η ομίχλη σου, η απόσταση που επιτρέπεις να υπάρχει με έχει ακινητοποιήσει, μαζί με εμένα και κάθε κίνηση που θα είχε τεθεί από μένα για χάρη σου. Ευτυχώς. Να και ένας εγωισμός που μπορεί να προστατέψει κάποιον αμήχανο άνθρωπο.

Είναι Τετάρτη απόγευμα. Κάθεστε στη βεράντα με έναν παλιό φίλο, παιδικό θα μπορούσες να πεις. Ήσυχη η γειτονιά αυτή. Μόνο τα περιστέρια που ανέβαιναν στα κάγκελα σας αποσπούσαν την προσοχή. Η ανάγκη σας για κουβέντα αληθινή μέτα από καιρό έπαιρνε σάρκα και οστά. Ήσασταν παρόντες με όλες σας τις αισθήσεις. Ο καθένας νόμιζε ότι είχε να πει διαφορετικά πράγματα. Εκπλαγήκατε όταν είδδατε πώς μπλέκουν τελικά οι ιστορίες των ανθρώπων.

“Κάνε το καλό και ρίχτο στο γυαλό γιατί όποιος αγαπάει ξέρει να συγχωράει” του τραγουδούσες και το εννοούσες. Τώρα όμως; Τι άλλαξε; Πού πήγε η κτανόησή σου; Η απύθμενη υπομονή σου; Η ανεξάντλητη και σχεδόν ηλίθια ανεκτικότητά σου; Μόνο η εκδίκηση πάλι δεν μπορεί να λάβει χώρο μέσα σου.

Μετά από 6 χρόνια, είναι αργά να συνειδητοποιείς κάτι που είχες αισθανθεί από την πρώτη στιγμή; Πόσο απέχει η συνείδηση από την αίσθηση; Και αφού ποτέ δεν είναι αργά και πάντα είναι νωρίς γιατί να μην συμπίπτει η κατανόηση με την ερμηνεία;

Σάββατο, ξημερώματα. Ο ήχος της βροχής άρχισε να με ξυπνάει, για να με νανουρίσει λίγο αργότερα. Άρχισα να κρυώνω κιόλας. Άρπαξα τη λεπτή κουβέρτα. Η ζέστη της με έκανε να κοιμηθώ πιο εύκολα.
Πρωί Σαββάτου. Ο χρόνος με τη βροχή είναι δικοί μου. Τα λεπτά κυλούν πιο αργά όπως και όλα έξω από το παράθυρό μου.
Αυτή η βροχή μοιάζει σαν αυτόματο πότισμα και μου φαίνεται ότι ήρθε για να παίξει μαζί μας.

Μεσημέρι. Μία και τέταρτο. Πάλι έκατσες παραπάνω από όσο υπολόγιζες. Τελευταία δεν υπολογίζεις. Τιποτα. Ούτε χρόνο, ούτε χρήμα. Ίσωςε γιατί δεν έχεις τίποτα από τα 2. Ίσως γιατί βαρέθηκες, είδες ότι και που τα υπολόγιζες τι άλλαξε;

Μεσημέρι Τετάρτης. Η Κηφισίας πήζει από κάτι πολύχρωμες λαμαρίνες. Στη μέση του δρόμου υπάρχει τσιμεντένια νησίδα, κράσπεδο, χώρισμα, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Στη μέση του δρόμου, σε ασφαλές σημείο βρισκόταν η φωτογραφία της ημέρας. Ένα γηραιό ζευγάρι, πάνω από 70 και οι δυο τους, να κρατιούνται χέρι χέρι. Το συγκινητικό δεν είναι αυτό. Αυτό δε θα έκανε τη φωτογραφία εντυπωσιακή. Ήταν το παράστημά τους, το ανάστημά του, το ντύσιμό τους, η έκφρασή τους, η εικόνα τους, η αύρα τους. Εκείνη με μαύρη στενή φούστα μέχρι τον αστράγαλο και εμπριμέ κόκκινο μπλουζάκι. Μαλλιά άσπρα, ασύμμετρα κομμένα. Εκείνος 1,90 ύψος, με μια πουκαμίσα πορτοκαλί, άσπρα μακριά γέννια και μαλλιά. Ήταν σαν σκηνικό, σα στημμένοι για φωτογράφιση σε κάποιον αόρατο φωτογράφο περιοδικού. Δεν ήταν δήθεν, ήταν έτσι και έμεινα εκεί να τους κοιτάζω, ελπίζοντας σε αυτή την ηλικία να μοιάζω κι εγώ κάπως έτσι, αλλιώς καλύτερα να την κάνω νωρίς…

Πρωί. Βιαστικό ξύπνημα. Πάλι θα αργήσω στη δουλειά. Στο λεωφορείο βρωμιά, ζέστη, κακόκεφοι άνθρωποι.
Περνάω από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ποιοι δουλεύουν εκεί μέσα;
Θέλω να φύγω από την πόλη αυτή. It stinks.
Τη βαριέμαι. Όλοι είναι μίζεροι. Σνομπ χωρίς λόγο.
Διψάω. Για νερό, φίλους γελαστούς, καθαρό αέρα, θάλασσα.

Βγήκε το καινούριο cd του Θηβαίου, “Πέτρινοι κήποι”. Άκουσες το “Κι ας χαθείς;”

Δεν ξέρω τι φταίει που κάθε βράδυ γίνομαι θυμός.
Εϊναι η Αθήνα;
Είναι που νυχτώνει;
Είναι που με ζώνει ο φόβος;
Που δε μου φτάνει ο χρόνος;
Που δε μου φτάνουν τα λεφτά;
Που δεν ξέρω να μιλάω, να εκφράζω ό,τι νιώθω;
Που με πνίγει το δωμάτιο; Οι σκέψεις, ο βήχας, το νερό;
Είναι που έχει γίνει αραιή η πλέξη;
Εϊναι που όλοι είμαστε μόνοι;

Τρίτη. Είμαι 8 μέρες στην ΑΘήνα και νομίζω πως ήρθα χθες. Ήταν σα να γύρισα χθες από τις διακοπές. Ο Σεπτέμβρης βέβαια με έχει εκπλήξει ευχάριστα με το αεράκι του αλλά όχι και με τη μουντάδα του. Το μεσημέρι το φως έχει αλλάξει. Έχει μπει μια νότα του φθινοπωρου-χειμώνα που θα έρθει. Νιώθω περίεργα. Μπήκα πάλι στο παιχνίδι αδιαμαρτύρητα. Πρωινό ξύπνημα, μετρό, δουλειά, λεωφορείο, βαρεμάρα, επανάληψη ενώ όλα ντύνονται καινούρια.
Είμαι ένα γεμάτο πακέτο χαρτομάντηλα πεταμένο ανάμεσα σε ρόδες αυτοκινήτων στη Συγγρού μέρα μεσημέρι.

Είναι Παρασκευή, απόλυτα, βράδυ και κάθεσαι σ’ενα βαρετό γραφείο. Όχι στη δουλειά, σπίτι.
Ακούς τη μουσική που είχες γράψει για το μήνα Μάρτιο και όμως ταιριάζει απόλυτα.
Μιλάς στο τηλέφωνο, φωνάζεις, τσακώνεσαι. Σε λένε απόλυτη, που δε δέχεσαι να σε επιβεβαιώνουν για τα κακώς κείμενά τους. Και για τα δικά σου ασφαλώς και απολύτως.
Νιώθεις την απόλυτη παρακμή.
Κλαίς μέχρι να παραμορφωθεί απολύτως το πρόσωπό σου.
Δεν μπορείς να πιστέψεις απόλυτα στο απόλυτο τίποτα.
Είσαι απολύτωςτελειωμένη.
Μόνο ο απόλυτος έρωτας θα μπορούσε να σε καταλάβει αλλά αυτός είναι από καιρό εξαφανισμένος.
Πίνεις το απόλυτα αποδεκτό ουίσκι και γίνεσαι κουρέλι. Γιατί δεν διάλεξες την απόλυτη βότκα;
Δεν ξέρεις τι άλλη μαλακία να πεις. Στέρεψες εντελώς και γυρέυεις την απολύτρωση.

“Μέσα σε γιορτές και γιούχα βάλαμε καινούρια ρούχα….”

Μετά απο διακοπές να γυρνάς στην ΑΘήνα. Απότο μη προσγείωση.
Να πεις ότι γυρνούσες στο Ναύπλιο, στα Χανιά, στη Χαλκίδα έστω, κάτι πήγαινε και ερχότανε.
Δε μου φταίει η πόλη. Έχω βαρεθεί το στυλάκι της. Αργεί να αλλάξει το σκηνικό της. Την προσπερνάω.

Δεν είμαι down θέλω να περάσω έναν όμορφο χειμώνα!
Το δικαιούμαι και θα παλέψω γι αυτο με νύχια και με δόντια!

Καλό φθινόπωρο και χειμώνα σε όλους!

η λογοτεχνία είναι παρανοϊκή.
σε κάνει να βλέπεις μια θάλασσα σα χυμένο μελάνι
και το φως του φεγγαριού σα τα δάκρυα που το ξεθωριάζουν.
και μετά φταίει η λογοτεχία.

μετά από 3 χρόνια. Στους γνώριμους δρόμους για την Αρκαδία. Επαρχία Γορτυνίας, Βυζίκιον. 4 ώρες με το λεωφορείο δεν έκλεισα τα μάτια στιγμή ή μήπως τα είχα συνεχώς κλειστά;

Είδα ένα πούλμαν πολύ αφαιρετικό να φεύγει με καθαρότατο τζάμι και μέσα σε 2 ώρες να μη φαίνεται από τα έντομα.

Είδα ένα βουνό να φιλιέται με ένα άλλο, χαμηλότερο, απλώς ρίχνοντας τη σκιά του. Όσο νύχτωνε το φιλί γινόταν ολοένα βαθύτερο. Τα πουλιά είχαν μείνει να κοιτάζουν και ο έγχορδος άνεμος έφερνε καλοκαιρινά αρώματα και μουσικές ιθαγενών καθώς σουρούπωνε.

Είδα το όνομά μου σε γένος ουδέτερο, να κοσμεί μια σύραγγα και βγαίνοντας από εκεί ένα παραδοσιακό μαγειρείο πάλι το όνομα αυτό είχε.

Είδα παιδιά να διατάζουν πρόβατα, κυπαρίσια πάνω σε βράχους. Είδα μια καθαρίστρια να σφουγγαρίζει κύματα. Είδα ανθρώπους να μιλάνε βγάζοντας σπίθες, πανάρχαιοι Αρκάδες. Είδα σπίτια από πέτρες αντοχής σε χιόνι και ήλιο. Είδα τον Πάνα και τον Διόνυσο με σκουλαρίκι στ’ αυτί να χορεύουν r&b .

Είδα πλατείες που άλλοτε έσφυζαν από παρέες και έρωτα να περιμένουν την επόμενη γενιά. Είδα σπίτια που έζησα πολλά χρόνια έτοιμα να καταρρεύσουν από τις διαφωνίες αδερφών.

Είδα δρόμους ερπετά, πλαγιές να ουρλιάζουν τη μοναξιά τους, βαρέθηκαν να ζουν αιώνια.

Είδα το φεγγάρι με πέπλο υφαντό να ευθυγραμμίζεται με την πρώτη μου αγάπη-αστέρι.

Μην ξεχνάτε πως όλα αυτά δε θα τα βλεπα αν δεν είχα μαζί μου τη μουσική του ανέμου. Το άκουσμά του με βοήθησε να δω όλα αυτά.

Κάθε βράδυ οι ίδιες σκέψεις. Επαναλαμβανόμενα ηλίθιες και σπαστικές. “Ο ύπνος πριν τις 12 είναι πολύ ευεργετικός”. Μαλακίες.
Όποτε και να κοιμηθείς, χρόνο χάνεις.
Όταν περνάς το καλοκαίρι στην Αθήνα κάτι σε πιάνει.
Γι αυτό συνήθως το αποφεύγω. Εδώ και τώρα ο χρόνος μου φαίνεται ένας διάδρομος μακρύς αλλά σύντομος όταν αποφασίσεις να τον διανύσεις.
Ένας μαύρος διάδρομος όχι λόγω απαισιοδοξίας, ελλείψει εικόνων.
Όχι, η ευθεία δεν με τρομάζει τόσο όσο ο κύκλος. Αυτό το γύρισμα του κύκλου είναι κάτι που δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι.

Γιατί όσο μεγαλώνουμε κλαίμε όλο και λιγότερο;
Επειδή δεν έχουμε τόσο χρόνο να σκεφτούμε;

Ένα γηραιό ζεύγαρι κοιτάχτηκαν τόσο έντονα ένα μεσημέρι που συνειδητοποίησαν ότι ήταν αδέρφια…

Μια γυναίκα με κόκκινα μαλλιά που τα νόμιζε δικά της, φύσηξε δυνατό μελτέμι και σα φλεγόμενο άρμα αναλήφθηκε στον ουρανό.

Ένα αγόρι φόρεσε για πρώτη φορά μπρατσάκια και από τότε δεν μπορεί να τα βγάλει.

ΜΙα κοπέλα απέκτησε την πρώτη της δερμάτινη τσάντα αλλά δεν ήξερε ότι το ζώο ήταν ζωντανό.

Ένας άντρας κούμπωνε το άσπρο του λινό πουκάμισο μέχρι που πνίγηκε.

Η θάλασσα αποφάσισε να μην επιτρέψει στον άνεμο την ξανασαλέψει.

Το παράθυρο που το είδε αυτό μαρμάρωσε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Τώρα το θέαμα θα ήταν πολύ βαρετό…

Καλοκαίρι, έντονο, ζεστό, αποπνικτικό, μέσα και έξω από τα μέσα συγκοινωνίας. Καλοκαίρι, ο πρώτος μήνας φεύγει και εσύ ούτε που το κατάλαβες. Τρέχεις παντού λες και είναι Σεπτέμβρης.
Το καλοκαίρι είναι εδώ αλλά για μας πότε θα έρθει;
Θέλω διακοπές επειγόντως.
Θάλασσα, άμμο, ώχρα, γαλάζιο, ουρανό καθάριο να τον βλέπω, να τον προσέχω κάθε μέρα.
Καρπούζι, ομπρέλες, μπύρες, σανδάλια, ύπνο χωρίς ενοχές, φρούτα, πατάτες τηγανιτές, ανατολή, δύση, κρασί, φωτογραφίες…
Είναι καιρός που δεν έχω τι να γράψω και δεν σκέφτομαι για να γράψω.
Τυχαία προχθές πάτησα το λινκ να δω το γράφει η argyrenia και ως δια μαγείας είχε γράψει. Ήμουν σίγουρη ότι θα μας αποχαιρετούσε. Ένιωθα έντονα ότι είναι πολύ καλά! Χάρηκα πολύ γι αυτό. Η αναμονή και η υπομονή τής έφεραν ό,τι περίμενε!
Κι εγώ κάπως έτσι νιώθω. Αν και από καιρό έχω άνθρωπο, η ανάγκη του να εκφράζομαι μέσα από εδώ δεν μεταβλήθηκε. Σιγά σιγά όμως ξεθωριάζει. Μιλάμε πολύ μαζί τελευταία. Κάνουμε όνειρα και μετά από λίγο μπορεί να τα δούμε να πραγματοποιούνται. Μου δίνει την απλότητα ενός χαμόγελου που σου φτιάχνει τη μέρα έτσι, χωρίς λόγο!
Για αρκετό χρόνο είχα συνδυάσει το γράψιμο με τον πόνο, με το ξέσπασμα, την εκτόνωση. Και ίσως τελικά να είναι για μένα ένας τρόπος διαφυγής. Ίσως να είναι και τρόπος ζωής, να μην μπορώ χωρίς να γράφω. Με ή χωρίς απωθυμένα.
Για να δούμε…
Καλό καλοκαίρι….σε όλουςςςςς

Ποια στιγμή θα είναι αυτή που θα νομίζω ξανά πως είμαστε παιδιά;
Πότε θα γίνουν όλα όσα ονειρευόμαστε, μου λες;
Πες μου, θα γίνουν όλα όπως παλιά;
Τι είναι αυτό που σου λείπει, που σου φέρνει λύπη, που σε κάνει να θυμάσαι συνεχώς, μου λες;
Πώς θα είμαστε σε 20 χρόνια; Θα είμαστε;
Πού θα είμαστε;
Σε ποιον τόπο θα βρούμε το αντίδοτο του άγχους, τους ρυθμούς μας, μου λες;
Γιατί όταν έχω ελεύθερο χρόνο κάνω μόνο τέτοιες σκέψεις;

“Πώς ταξιδεύουν οι ψυχές και οι ζωές μας, πες μου, στις όχθες του Αχέροντα και στις πνοές τ’ανέμου. Ποια μοίρα φέρνουν τα νερά, ποια μυστικά κρυμμένα. Ποια θάλλασσα σε αγκαλιά τα έχει φυλαγμένα;”

Κάθομαι. Απέναντι. Μπλε να απλώνεται με κόκκινο και πράσινο στο βάθος.
Σκέφτομαι. Δίπλα μου. Λίγο πιο πέρα, λουλούδια και μάρμαρο. Απομόνωση.
24 μέρες τιμωρία. Τιμωρείς τον εαυτό σου; Πόσα χρόνια; Με τι αποτέλεσμα; Μήπως η τιμωρία αυτή δεν οδηγεί πουθενά;
Βρες το υλικό που κλείνει τις πληγές μόνιμα. Γίνεται δέρμα κανονικό ξανά.
Δεν ξεχνάω με το ποτό.
Τίθεμαι σε λειτουργία ασφαλείας και απωθώ. Διώχνω μέχρι που φεύγουν, σα να μην έγιναν. Σα να μην πέρασαν καν από τη σκέψη μου κι ας ήταν πράγματα που κι εγώ συναίνεσα να συμβούν.
Θέλοντας και μη με έχεις πείσε πια ότι είσαι νεκρός. Ζω με μια ανάμνησή σου πια πολύ καλά φιλτραρισμένη. Όπως σε κάποιον που σέβεσαι τη μνήμη του.
Γι αυτό μην ανησυχείς. Για μένα είσαι κάποιος που απλώς αγαπάω. Η κριτική δεν έχει θέση εδώ.

Όχι, δεν μου τη βάρεσε η προχθεσινή πανσέληνος, ούτε ο ερμής που είναι ανάδρομος κι δεν μπορείς να συνεννοηθείς ούτε με το φυτό σου.
Είναι κάτι που το βλέπω μπροστά μου, γραμμένο με μαύρο ανεξίτηλο μαρκαδόρο σε κάποια σημεία της πόλης στα οποία τυγχάνει να βρίσκομαι καθημερινά. Βλέπω λοιπόν γραμμένη τη φράση αυτή: Τίποτα δεν είναι τυχαίο, με έντονα μαύρα γράμματα. Σα να εμφανίζεται μόνο γα σένα και μετά εξαφανίζεται. Σα να σου χτυπά κάποιο καμπανάκι. Τόσοι άνθρωποι στη στάση του 550 στη βασιλίσσης Σοφίας, γιατί μόνο εγώ έχω ταραχτεί; Μετά στην Πλάκα, σε έναν τοίχο απέναντί σου, πάλι, τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Ναι, έχω πρόβλημα με τη φράση αυτή. Έχει απασχολήσει αρκετές συζητήσεις μου με φίλους. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, μου λένε, άρα όλα είναι τυχαία τους απαντώ. Εκεί τρελαίνονται. Ενώ εννοούμε το ίδιο πράγμα το εκφράζουμε εντελώς διαφορετικά. Εκείνοι εννοούν ότι τίποτα δεν γίνεται χωρίς κάποιο λόγο, ενώ εγώ λέω ότι όλα γίνονται για κάποιον λόγο. Διότι το τίποτα δεν είναι τυχαίο εμπριέχει δύο αρνήσεις, το “τίποτα” και το “δεν”, πράγμα που μας κάνει μία κατάφαση. Με εννοείς; Ζω το δράμα μου κι εγώ, μη νομίζεις.
Άσε που για να πάω από εδώ στην Αλόνησο θέλω 120 ευρώ μετ επιστροφής, οπότε δε θα με ξεφορτωθείτε σύντομα αυτό το καλοκαίρι!

…να πάμε πιο μακριά.

Καλημέρα! Μια μεγάλη, αστραφτερή καλημέρα σε όλους! Είναι Τετάρτη και όλα μοιάζουν ίδια, αν δεν τ’αγαπάς ,όπως λέει και το τραγούδι. Ευτυχώς στην παρούσα φάση όλα γίνονται πιο αγαπησιάρικα, έρχονται πιο κοντά. Οι φίλοι, οι γονείς, τα αφεντικά, οι σύντροφοι, οι παρέες, τα νησιά, οι κουβέντες. Οι ώρες μακραίνουν και τα λόγια στριφογυρίζουν στο μυαλό και στον αέρα, στην πόλη αυτή, που φαίνεται πιο γλυκιά με αυτή την υποφερτή-τις τελευταίες μέρες- ζεστασιά της. Έχω γίνει αντικείμενο μελέτης από μερικούς τον τελευταίο καιρό. Δε με ενοχλεί. Όμως, η αλήθεια είναι πως το 100% των νοημάτων μόνο ο εαυτούλης μας το ξέρει, όπως και εσύ άλλωστε όταν έγραφες τα απομνημονέυματά σου για να διαβαστούν σε μακρινά λιμάνια, που εγώ ούτε στο χάρτη δεν ξέρω να τα βρίσκω. Anyway, θα συνεχίζω να γράφω κι ας με παρακολουθείς! Είναι ωραία να γράφεις και να σε διαβάζουν!

Καλοκαίρι.
Ιούνιος.Καλό Μήνα!
Το φως μας συντροφεύει περισσότερο πια.
Οι νύχτες αν και μικρότερες σε σκοτάδι, μοιάζουν μεγαλύτερες σε διάρκεια.
Τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ, αν πρώτα δεν ξεστρωθεί το σεντόνι.
Οι βραδινές ώρες μοιάζουν μαρτύριο. Όλο το βράδυ έβλεπα στον ύπνο μου ότι έγραφα, έγραφα λες και μετά αυτό θα μου απαγορευόταν δια βίου. Η ζέστη δε σ’ αφήνει εύκολα να κοιμηθείς. Το ίδιο και οι σκέψεις που το καλοκαίρι παίρνουν άλλες διασάσεις, ίσως πιο αυθόρμητες και παιδικές.
Το κουμ κουάτ μου κάθε μέρα χάνει καιπερισσότερα φύλλα. Με έχει πανικοβάλλει. Το κοιτάω και συνεχίζει να χάνει φύλλα αμείλικτο. Όποιος ξέρει κάτι για το φόνο, ας μου πει. Επιμένω, ίσως χρειάζεται να δει το νονό του αλλά μάταια, εκείνος δεν έρχεται.
Σήμερα, το πρώτο μας μπάνιο. Κυριακή, νωρίς το πρωί, να θυμηθούμε πάλι τα παλιά

…η σκέψη μου. Μια σκέψη ίδια, σταθερή. Με πολλές μικρές τρυπούλες, με μεγάλα κενά. Χωρίς διακυμάνσεις, με ένα κίτρινο χρώμα από το πέρασμα του χρόνου, με σκόνη πολλή και καπνό, να κάνει ατμόσφαιρα και να κρύβει τις ατέλειες.
Δεν ξέρω αν η σκέψη μου αυτή με έχει ζήσει. Αν με γνωρίζει. Δεν τη θυμάμαι κοντά μου σε καμία θερινή συναυλία. Δεν τη θυμάμαι να μου λέει να αγοράσω καλαμπόκι. Η σκέψη αυτή που τόσο πιστή της είμαι δεν μου έχει κάνει ούτε ένα δώρο από καρδιάς. Δεν ξέρω αν έχει καρδιά.
Δεν με είδε να πέφτω με το αυτοκίνητο από τον γκρεμό και να ζω ακόμη, δεν με είδε να κλαίω για τον παππού, δεν με έχει δει με τα παιδιά, με τους φίλους μου. Πάντα μόνη με ανταμώνει η σκέψη αυτή, η ιδιωτική. Κι άμα τυχόν τη σκεφτώ κανείς δεν πρέπει να βρίσκεται τριγύρω για να αποκαλυφτεί. Είναι μια σκέψη τόσο απρόβλεπτη που ενώ νομίζεις πως δε θα την ξανασκεφτείς σου έρχεται πιο δυνατή από ποτέ. Και πάλι από την αρχή. Ένας κύκλος που δεν κλείνει κι ας υποστηρίζει η σκέψη αυτή ότι η ζωή μας χωρίζεται σε κύκλους. Ναι, χωρίζεται αλλά εμένα ο κύκλος της σκέψης αυτής δεν έχει κλείσει. Και δεν ξέρω και το πότε. Ο μόνος κύκλος που κλείνει σε μένα είναι ο κύκλος της περιόδου, έρχεται,  κρατάει τόσο όσο και μετά φεύγει. Μη γελάτε, η σκέψη αυτή έρχεται μαζί μου όποτε και η περίοδος. Δεν ξέρω τι είδους αέναος κύκλος είναι αυτός και ποιο λόγο ύπαρξης έχει παρόλο τον καιρό που έχω περάσει ακόμη δεν έχω μάθει το τι και το πως. Ίσως είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως.
Είναι πολύς χρόνος που δεν τη θυμάμαι καθόλου αυτή τη σκέψη,την αγνόω, αλήθεια, δεν με εκφράζει πια αλλά και μόνο που δεν την έχω αποκωδικοποιήσει επανέρχεται σα μια εξίσωση που πρέπει να λύσω αλλιώς δεν γλυτώνω. Η σκέψη αυτή όμως μου επιβάλλει να τη λύσω χωρίς να θέλει να λυθεί.
Do you know what I mean, γιατρέ μου;
Θα γίνω καλά άραγε;

Θα της αφιερώσω ένα τραγούδι μήπως και την καλοπιάσω, μήπως και με λυπηθεί και δεν ξανάρθει ούτε στον ύπνο μου ή έρθει και τα πούμε καθάρια όπως οφείλει.
«Ο πόνος φέρνει λησμονιά και τις πληγές μας κλείνει, μα τη δική μου την πληγή αγιάτρευτη αφήνει.
Αν, όπως λένε, ο καιρός τη μνήμη ξεθωριάζει γιατί ο δικός της λογισμός τις νύχτες μ αγκαλιάζει;
Μα εγώ έχω χρόνια να τη δω, χρόνια να της μιλήσω κι όμως δεν μπόρεσα ποτέ τη σκέψη της να σβήσω. Ποτέ μου δε μιλώ γι αυτή ποτέ μου δε ρωτάω μα στο ονειρό μου έρχεται και απότομα ξυπνάω».

Σταθερό οικοδόμημά μου του ραδιοφώνου η μουσική
εξακολουθώ να σου μιλάω σα να βρίσκεσαι εκεί
στην άλλη γραμμή
στην άλλη παράλληλη ζωή.

Εδώ και δεκατρία καλοκαίρια η ίδια αίσθηση.
Ξαλάφρωμα, ελευθρία για κάθε παραίσθηση,
εδώ δεν έχει τόπο η διάισθηση.
Όλα συμβαίνουν ξαφνικά, χάνονται και βρίσκονται από το πουθενά στο πουθενά.

Ακούς μουσική μέχρι να σε πάρει ο ύπνος αλλά δεν,
τα σεντόνια το καλοκαίρι είναι ο χειρότερος εχθρός μου,
μόνο που υπάρχει στρωμένο πρέπει να ξεστρωθεί
από την ανάγκη που έχει το σώμα να φύγει, να κρυφτεί, να χαθεί
σε σπηλιές θαλασσινές σαν του Σεφέρη μυστικές που δεν τις πιάνει το μάτι σου, τις βρίσκεις τυχαία και νιώθεις ωραία.

Καλοκαίρια με υποσχέσεις για παραλίες μοναχές.
Συνεχίζω χωρίς αυτές.
Δε μου δόθηκαν ποτέ.
Γι αυτό τα όνειρα αγριεύουν, απειλούν ότι θα ζωντανέψουν
αλλά δε με νοιάζει, ας με κλέψουν,
αρκεί να είσαι και εσύ μαζί.

Δεν ξέρω τι γίνεται αυτές τις μέρες και όλοι έχουμε χαθεί με όλους. Δε θες καν να πάρεις τηλέφωνο, δε σε αφορά η ασύρματη επικοινωνία, θες παρουσία. Και οι άλλοι θέλουν αλλά κανείς δεν μπορεί. Και όταν μπορείς θες να μείνεις μόνος βρε αδερφέ, να ηρεμήσεις.
Δεν έχω ειρμό. Δεν με ενοχλεί, προς το παρόν.
Μόνο να φύγω σκέφτομαι αυτές τις μέρες. Τίποτε άλλο. Να φύγω. Να αδειάσει το μυαλό από έγνοιες και όνειρα. Να μηδενίσω και να ξαναρχίσω.
Οι μέρες είναι ηλιόλουστες, ελαφριές, ολόκληρες. Γι αυτό τις θέλω μακριά από την Αθήνα.
Ευτυχώς μια ενδιαφέρουσα έκθεση με τίτλο ”μικροί συλλέκτες” εγκαινιάζεται σήμερα στο Θησείο, στο Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων Μελίνα Μερκούρη.

Υ.Γ. Η διαφήμιση των γιατρών χωρίς σύνορα με συγκίνησε πολύ.

Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσει πολύ η μυρωδιά του ευκάλυπτου.
Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσουν τα ελαφριά, καλοκαιρινά, αέρινα, μοσχομυρωδάτα ρούχα.
Να σου πω κάτι;
Μ’ αρέσει πολύ το ξύσμα λεμονιού.
Να σου πω κάτι;
Μ’ αρέσει να αργεί να νυχτώσει και να μπορώ να κάνω τη μέρα όλη δική μου.
Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσει να ξαπλώνω σε φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια.
Να σου πω κάτι;
Μ΄αρέσει να διαβάζω όλη μέρα ένα βιβλίο και να μη κάνω τίποτε άλλο.
Να σου πω κάτι;
Χαίρομαι που αύριο θα έρθει κόσμος σπίτι.
Να σου πω κάτι;
Χαίρομαι που είμαστε καλά.
Να σου πω κάτι;
Χαίρομαι που τα πράγματα μπορούν να πάνε και καλύτερα.
Να σου πω όμως κάτι άλλο;
Χαίρομαι που είμαστε ακόμη εδώ και μπορείς να με κοιτάς και να σε κοιτάζω, χωρίς μάσκες. Χωρίς υποψίες.
Χαίρομαι που σ’ αγαπώ και που έχουμε δει μαζί αυτή την τρελή ομπρέλα που ήθελε οπωσδήποτε να βρέξει το κορμάκι της!

Επιτέλους.
Η πόρτα του μυαλού μου και της διάθεσής μου άνοιξε διάπλατα.
Τα ημίμετρα δεν τα αντέχω.
Φάνηκε ξανά το χαμόγελό μου. Ο ήλιος δεν κρύβεται από χθες, έχει κάνει πιο σταθερή την παρουσία του και τον ευχαριστώ γι’ αυτό.
Το περιμένω με πολλή χαρά το καλοκαίρι αυτό. Και εκείνο με περιμένει γιατί πέρσι το προσπέρασα, αθελά μου. Με τιμώρησε κανοντάς με να νιώθω ότι είμαι ένα χρόνο πίσω. Βέβαια, δεν είναι πάντα κακό αυτό.
Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις, έτσι είναι.
Με τέτοιον ήλιο, χθες και σήμερα δεν έχεις και πολλά περιθώρια για άλλου είδους σκέψεις.
Κι αυτή η πόρτα μου στάθηκε όλη τη χρονιά. Όσο κι αν με κούραζε το να περιδιαβαίνω το κατώφλι της τόσο συχνά, άλλο τόσο με ξεκούραζε, να πάρω μιαν ανάσα να συνεχίσω, να θυμηθώ από πού ξεκίνησα και προς τα που πηγαίνω. Να μη χαθώ.

Σπίτια χτίζονται, σπίτια γκρεμίζονται, άλλα καταρρέουν. Σπίτια αδειάζουν, από ανθρώπους, από πράγματα. Σπίτια γεμίζουν, από ανάσες, γέλια, όνειρα. Μέρες ηλιόλουστες που ξαφνικά γίνονται συννεφιασμένες, βροχερές, χειμωνιάτικες. Περίεργες μέρες, αλλόκοτες, μέχρι να ξημερώσει έχει κιόλας νυχτώσει. Τραγούδια που έχουν λυπημένους στίχους και χαρούμενη μουσική ή το αντίθετο. Άνθρωποι δειλοί πληθαίνουν ανάμεσά μας, μέσα μας. Παλεύουν το βράδυ με την αποκοτιά τους, τι θα μπορούσαν να πουν ή ακόμα χειρότερα να κάνουν και δεν έκαναν. Όνειρα που έρχονται και φεύγουν. Σκέψεις που γίνονται όνειρα και σε επισκέπτονται το βράδυ σε μια άλλη διάσταση με σάρκα και οστά. Άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι. Παντού, καθημερινά τους βλέπω. Τους παρατηρώ. Δεν ξέρω αν με βοηθά κάπου αυτό. Ο χρόνος με ακολουθεί, τον ακολουθώ, πορευόμαστε, τον σκέφτομαι, τον μετράω, τον υπολογίζω. Δεν ξέρω πόσο χρόνο έχω για να τον αξιοποιήσω ανάλογα. Μου έχει φέρει τρομερή αμηχανία με την έντονη παρουσία του. Θέλει να μου πει κάτι, το ξέρω, αλλά τι; Προσπαθώ να καταλάβω, προσπαθώ; Μα τι έχω πάθει (πάλι);  

Παλιότερα ό,τι έγραφα εδώ το γραφα από τη δουλειά. Τώρα πια όχι. Παλιά ο Μάης ήταν άνοιξη, τώρα είναι μίξη. Παλιά πήγαινα στο γιατρό μια φορά στα 2 χρόνια, τώρα μια φορά το εξάμηνο. Παλιά οι φίλοι συναντιόμασταν εκείνη την ώρα επί τόπου και για ώρες. Τώρα πλέον κανονίζουμε μέρες πριν το πότε και το που. Παλιά δεν έκανα τόσο φρικαλέες σκέψεις. Παλιά είχα εύκολο ύπνο. Παλιά όλα μου φαίνονταν πιθανά. Παλιά ήμασταν αλλιώς. Πώς γίναμε έτσι; Ερώτηση παντός καιρού και τύπου. Παλιά ήξερα ότι ανά πάσα ώρα και στιγμή θα είσαι δίπλα μου. Τώρα ούτε που ξέρω πως σκέφτεσαι, αν είσαι εκείνος που γνώρισα.

 

“Σ’ έχω βρει και σε χάνω… σταθερή μου αξία, η ζωή μου σε τάξη, κι η καρδιά σε αταξία. Έχεις γίνει συνήθεια και το μόνιμο θέμα σου δανείζω αλήθεια να πληρώνεις το ψέμα. Είχα πει πως θ’ αλλάξω κι όσο αλλάζω σου μοιάζω.. Κάποιες μέρες ακούω στη σιωπή τη φωνή σου, πάνε μέρες που λείπεις κι είμαι ακόμα μαζί σου. Σ’αγαπάω μην τρέχεις, είσαι ακόμα εδώ πέρα”.

Δεν ξέρω τι τίτλο να βάλω.
Δεν θέλω να βάλω τίτλο.
Θέλω να είσαι εδώ και να μιλάμε.
Να μου μιλήσεις επιτέλους.
Να γελάμε.
Να παίρνουμε το μετρό.
Να πηγαίνουμε όπου θέλουμε.
Χωρίς να σε κυνηγά ο χρόνος.
Να χάνομαι στον κόσμο και να με ψάχνεις.
Να μη σε βλέπω στα όνειρά μου.
Να είσαι δίπλα μου, εδώ ή εκεί, δε με νοιάζει.
Να μη με “απειλείς” ότι θα με βάλεις στο καράβι γιατί με βαρέθηκες ή οτι θα το πάρεις μόνος σου και θα φύγεις μακριά μου.
Επιτέλους, πες μου, φεύγεις ή έρχεσαι;

Ισόβια. Μαζί σου. Με χρόνιες αλλεργικές σκέψεις.

Με σπίτια ονειρεμένα, ονειρικά, φανταστικά που δε θα συμβούν.

Δεν υπάρχει το μαζί. Το αυτονόητο μαζί.

Ισόβια φυλακισμένη στο μυαλό μου. Εγώ και εσύ. Μόνοι μαζί.

Με μια λάμπα θυέλλης, να φωτίζει το σκοτάδι σου. Τίποτε άλλο.

Σάββατο πρωί. Μεγάλο Σάββατο. Ποια η διαφορά;
Τέτοιες μέρες έχω απέραντο ελεύθερο χρόνο για μένα, πολλή μοναξιά και περισυλλογή εν αντιθέση με εσένα που ξεσαλώνεις για όσα δεν έκανες από τα Χριστούγεννα.
Εσύ τέτοιες μέρες τίθεσαι εκτός, για μένα δεν υπάρχει καμία διαφορά.
Για σένα αυτές τις μέρες δεν υπάρχω, κάνεις ένα διάλειμμα αδιέξοδων σκέψεων και πέφτεις με τα μούτρα σε ό,τι μπορείς για να ξεχαστείς.
Στον αντίποδα εγώ, που όλον το χρόνο δε σε σκέφτομαι αλλά τέτοιες μέρες, αργίας, απραξίας και ηρεμίας, σα να μου δίνει σήμα το σύμπαν ότι είσαι αλλού και σαν ψυχαναγκασμό για να μη χαθεί η σκέψη του ενός από τον άλλον σε σκέφτομαι διαρκώς. Κι ας το χω βαρεθεί, κάθε χρόνο τα ίδια κι όμως συμβαίνουν ξανά και ξανά. Δε μ’αρέσει , δεν το θέλω, συμβαίνει.
Σαν ένα ασυνείδητο τάμα, να σε σκέφτομαι κάθε Πάσχα.
Αλήθεια, τα τάματα γίνονται εφ όρου ζωής;

‘Εχω πάθει εμμονή με το λιλά.
Κατέβασα ήδη τα καλοκαιρινά.
Σκέφτομαι τον ήλιο να πέφτει πάνω στο λευκό του μαρμάρου και να με τυφλώνει.
Θλελω διακοπές.
Άδειασμα μυαλού.
Να ξαναβρώ τον εαυτό μου.
Να ξαναεφεύρω τον έρωτα.
Να μη δίνω σημασία στη λεπτομέρεια, με κούρασε.
Θέλω να είναι ο κόσμος γελαστός και χαρούμενος και να μυρίζει όμορφα.
Θέλω να είμαι όλη μέρα έξω από το σπίτι κι ας μην έχω φράγκο στην τσέπη.
Βόλτες, βόλτες, βόλτες…
Λες τελικά να είμαι καλοκαιρινός τύπος και να μην το χω καταλάβει;

Μετά από πρόσκληση του Thogia, προσκαλώ κι εγώ τον theworkingclasshero και αποκρίνομαι τα εξής:

1: Γιατί κλαις;
Γιατί δεν αντέχω την αδικία.

2: Γιατί δεν κλαις;
Αφού κλαίω λέμε

3: Που είναι ο βάλτος;
Ποιος βάλτος; Αααααα (έπεσα μέσα)

4: Ποιος και που είναι ο δεσμοφύλακας;
Είναι έξω μου και μέσα μου. Παίρνει διάφορες μορφές.

5: Που συναντάς μία εντελώς δική σου άβυσσο;
Τα απογεύματα τις Κυριακές είναι πάντα στο γραφείο μου, δίπλα από το παράθυρο και με περιμένει.

6: Περιφρονείς κάτι;
Την αξία του χρήματος κ.α

7: Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Το πάντα δεν το αναγνωρίζει το λογισμικό μου ως λέξη, οποτε όχι.

8: Γιατί πουλιούνται τα “έργα τέχνης”;
Γιατί νομίζουν ότι είναι έργα τέχνης. Τα αληθινά έργα τέχνης απλώς φτιάχνονται και δεν ανήκουν σε κανέναν.

9: Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Όχι.

10: Do you remember revolution?
Ναι, αλλά πώς σου ρθε;

11: Θα ανέβαινες σε ένα βουνό αν το επέβαλλε το ωροσκόπιό σου;
Είπαμε αλλά όχι κι έτσι.

12: Θα σκότωνες τον παππού σου αν το τζάμι δεν έσπαγε από τον πάγο;
Αν και το είχα σκεφτεί, όχι, δεν είχα αυτό το δικαίωμα. Πέθανε μόνος του χθες.

13: Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Έχει ήδη συμβεί αλλά το καρτέρι ήταν μούφα.

14: Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε από το νόμο;
Δεν το χω σκεφτεί.

15: Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε τα μεσάνυχτα από την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Αν μετά από αυτή τη διαδρομή άλλαζε κάτι σε αυτόν τον κόσμο επί της ουσίας θα το έκανα.

16: Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν 10 λαχταριστά εκλέρ;
Δε θα τον σκότωνα, θα τον βασάνιζα και χωρίς εκλέρ.

17: θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τα αστέρια;
Αν θα τα έβλεπες και εσύ, ναι.

18: Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Με τη μαλακία που με δέρνει θα έπεφτα στο πηγάδι αν ήμουν χαρούμενη μάλλον…

Ο παππούς μου ήταν μεγάλος. Σε ηλικία, σε μυαλό, σε αγάπη και στο επώνυμο. Τραγική ειρωνία ήταν Υδροχόος (βλέπε προηγούμενο ποστ). Ζούσαμε μαζί 6 χρόνια τώρα, στο ίδιο σπίτι. Γι αυτό είχε γίνει μέρος της καθμερινότητάς μου. Όχι μόνο της δικιάς μου και των φίλων μου. Ήταν φίρμα ο παππούς. Όλοι ρωτούσαν για εκείνον κι εκείνος όλους τους ήξερε, για όλους ρωτούσε. Μου είχε μάθει πολλά ο παππούς μου. Για πολλά πράγματα μου μιλούσε. Για τις εξορίες που είχε πάει, για εκείνα τα χρόνια που ζούσανε στις τρώγλες αλλά ήταν όλοι ενωμένοι και χαρούμενοι, για τον κομμουνισμό, για την κοινωνία που ήθελε να τον τελειώσει για να μην του δίνει το κράτος τη σύνταξη. Μου έχει αφήσει αρχείο, έλεγε, με το οποίο ποτέ δεν αξιώθηκα να ασχοληθώ. Μου έλεγε για τον Ρίτσο και το Θοδωράκη και την Έλλη Αλεξίου. Μου είχε μάθει σκάκι από 6 χρονών! Με καμάρωνε ο παππούς μου. Με θαύμαζε που περιτριγυριζόμουν από άντρες της οικογενειας και τους έβαζα σε τάξη. Ερχόταν και χάζευε το δωμάτιό μου. Του άρεσε που είχα πολλά βιβλία και μου άφησε άλλα τόσα. Θεωρούσε ευτυχή συγκυρία που σπουδάζω αρχαιολογία και ιστορία γιατί έτσι θα μπορούσα να γράψω κάτι και για εκείνον. Ο παππούς μου ήταν μορφή όπως είπε και ο Κ. Αν και ήταν 93 όλοι στενοχωρήθηκαν που έφυγε γιατί ήταν ζωντανός άνθρωπος, ήταν παρών στη ζωή. Δεν περνούσε απαρατήρητος και δεν του ξέφευγε τίποτα. Αγαπούσε τις λέξεις: μπαγάσα, κερατούκλη, τη ρουφιάνα, γαμώ το στανιό μου. Είχε πλάκα ο παππούς. Νευρίαζε και γκρίνιαζε όπως κάνω εγώ τώρα. Του άρεσε να λέει ιστορίες, όπως και σε μένα. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά ο παππούς μου. Τα ετεροθαλή μου αδέρφια ερχόντουσαν να με δουν και πάντα μιλούσαν στον παππού και εκείνος όλο ήθελε κάτι να τους φιλεύει. Το πιο σημαντικό όμως που μου έμαθε είναι να να είμαστε με τον αδερφό μου μια γροθιά και να μη μας χωρίζει τίποτα. Κάτι ήξερε αν σκεφτεί κανείς ότι η αδερφή του που ζει στην Αμερική πήρε σήμερα τηλέφωνο επειδή είδε άσχημο όνειρο, ότι πέθανε ο αδερφός της.

Σας έχω πει ότι με εκνευρίζει η βροχή;
Όχι ότι δε μ’αρέσει, ίσα ίσα αλλά όταν βρέχει κάτι παθαίνουν οι άνθρωποι. Δε μιλάνε πολύ ή έστω όπως τις άλλες φορές, δεν θέλουν να βγουν, να πάνε να πιουν έναν καφέ ή έστω να συναντηθούν όλοι μαζί σε ένα σπίτι.
Κι είμαι αναγκασμένη να υφίσταμαι, σήμερα, αυτή την αντικοινωνική διάθεση. Απόψε που κλείνω μια βδομάδα μέσα στο σπίτι και δεν έχω άλλη αντοχή να βλέπω τα ντουβάρια. Κι έξω βρέχει.
Αύριο θα θέλουν όλοι να συναντηθούμε όμως αύριο θα έχω πια συνηθίσει να βλέπω τα ντουβάρια και θα μου αρέσει κιόλας.

Η ζωή μου, η δική μου ζωή στην ΑΘήνα έχει γίνει ανυπόφορη πια. Δε μου φταίει η πόλη. Μου φταίει η κοσμοπλημμύρα, οι μετακινήσεις, ο ουρανός που έχει ενα γκρι φοβιστικό, σαν κάτι πρόκειται να συμβεί και όλο τίποτα δε συμβαίνει.

Έχω μείνει πέντε μέρες σπίτι και ο εγκέφαλός μου έχει πάρει παράξενα μονοπάτια. ‘Εχω φρικάρει.
Θέλω να φύγω, αυτή είναι η αλήθεια.

 

 

 

 

 

 

 

 

Έξω… βρέχει…με μας τους δύο τι να τρέχει, δεν μου είπες….

Απορίες πολλές χωρίς καμία απάντηση, χρόνια τώρα.

Σήμερα είδα τη Μ. μετά από καιρό και χάρηκα.

Μας συνδέουν πολλά, όσα χρόνια κι αν απουσιάζαμε, κάποια δεν αλλάζουν, έγιναν στην ηλικία που χτίζαμε και τα υλικά παραμένουν άθικτα.

Απόψε βρέχει πολύ και μου αρέσει.
Είχε καιρό να βρέξει τόσο. Λυτρωτικά και καθάρια.
Γι’αυτό είπα και εγώ να θέσω τον εγκέφαλο μου εκτός λειτουργίας.

Καληνύχτα

Μη δώσετε και πολλή σημασία σε ό,τι διαβάσετε!

Ακολουθεί κείμενο εν ώρα επιληπτικής συγγραφικής κρίσης!

Καλό Σαββατοκύριακο!

Η ανθρώπινη φύση της είναι καταρχάς τραγική άμα τη εμφανίσει της. Για κάποιο λόγο που θεωρείται ευφυής οι άνθρωποι είναι καλό να επιλέγουν, είναι ωραίο να έχεις επιλογές. Όταν όμως οι επιλογές σου κατά ένα μεγάλο ποσοστό βρίσκονται ανάμεσα στη Σκύλα και τη Χάρυβδη, τότε τι λες; Ευτυχώς που έχω επιλογές; Δηλαδή τι σόι επιλογή είναι το ή θα κάνεις υπομονή ή θα πρέπει να φύγεις. Μα δε θέλω ούτε να κάνω υπομονή, ούτε να φύγω. Θέλω να φύγει αυτός. Α, αυτό δε γίνεται. Ή θα τρελαθείς ή θα τον σκοτώσεις. Επιλογές και μαλακίες. Τι να επιλέξω τοκακό από το χειρότερο; Δεν είμαστε καλά.
Είναι Πέμπτη βράδυ. Από τις 6.30 ακούς ράδιο και έχει πάει 10. Δεν το έχεις κλείσει παρόλο που παίχτηκαν τραγούδια που δεν σου πολυαρέσουν. Περίμενες για το επόμενο. Αναγκαία επιλογή το ράδιο για να μην ακούς ό,τι φωνάζει από δίπλα. Μένεις με 2 άντρες. Πάντα στη μέχρι τώρα ζωή σου πλειοψηφούσαν οι άντρες, ούτε αυτό ήταν επιλογή σου. Μα τελικά στη ζωή που ζεις τι έχεις εσύ επιλέξει; Αρχίδια μύδια, μάντολες, καπαμά και γιαχνί.
Είναι βράδυ. Μέσα σε αυτό το σπίτι υπάρχουν άλλα 3 άτομα. Μια γυναίκα που δε μιλάει και σου σπάει τα νεύρα- κι αυτή όμως δεν είχε επιλογές- και 2 άντρες οι οποίοι, τι να πω, σου κάνουν τι ζωή ανυπόφορη. Ο ένας είναι ο πατέρας σου. Χαίρεσαι που τον έχεις, τον αγαπάς δε θα τον άλλαζες αλλά αρκετά. Μιλάει πολύ βρε παιδί μου και εσύ μετά από τόσους επιτυχημένους γκόμενους έχεις βαρεθεί τα λόγια, θες ησυχία. Ο άλλος είναι μια δυστυχία, 93 ετών. Ειλικρινά, δεν μπορεί κανείς να φανταστεί πότε θα αποδημήσει για άλλα μέρη. Μας έχει πείσει όλους ότι δεν πρόκειται να πεθάνει. Οι αντιδράσεις του είναι τόσο παιδικές που μάλλον μηδένισε το κοντέρ και θα αρχίσει ξανά να ζει.
Ζεις με αυτά τα άτομα. Έτσι φανταζόσουν τη ζωή σου στα 26 σου χρόνια; Τη μάνα σου δεν την αναφέρεις, δεν μπορεί να κάνει και πολλά. Ό,τι ήταν να κάνει τα έκανε όλα μαζί. Τώρα είναι αργά.
Εσύ όμως δε θες να ξέρεις αυτά τα άτομα, ζεις πιο ήσυχα μακριά τους. Σε νοιάζει βέβαια να ξέρεις ότι είναι καλά αλλά ως εκεί. Έχεις πολλή οργή μέσα σου και δικαιολογημένα αλλά καλό θα ήταν να την κατευνάσεις. Δε σου φταίει σε τίποτα η επιλογή σου ο σύντροφος σου. Γιατί αν μπορείς να πεις κάτι επιλογή σου μόνο αυτή μπορείς εκατό τοις εκατό. Καλή κακή αυτή τη σχέση έχεις αν δε σ αρέσει αλλαξέ τη. Το’χεις κάνει κι άλλες φορές. Με την οικογένεια που δεν επιλέγεις παίζει ένα θέμα αλλά θα μεγαλώσεις που θα πάει και τότε θα στεναχωριέσαι, πάλι, για κάτι άλλο που σκέφτεσαι τώρα και που δεν σκεφτόσουν τότε. Δεν θέλεις να κάνεις παιδιά, φοβάσαι πόσο μόνα θα είναι, να όπως είσαι τώρα εσύ. Δε θες το παιδί σου να είναι μόνο και επειδή θα είνιαι δε θες να το κάνεις. Καλή σκέψη. Ίσως άμα κάνεις παιδί να τρελαθείς. Να του δώσεις τόσα πολλά που να μην μπορεί να τα βρει αλλού και μετά να σε κατηγορεί για παραπλάνηση διότι θα νόμιζε ότι όλες οι γυναίκες έτσι φέρονται.
Δεν ξέρω, είσαι πολύ μπερδεμένη. Δε σου κάνει τίποτα. Πάντα ήσουν υπερβολική και με τις χαρές και τις λύπες.
Σκέφτεσαι, κλαις, ψάχνεις, ανακαλύπτεις. Λάουρα Γουότερς. Ε και; Είχες την επιλογή να τον πιστέψεις ή να τον εγκαταλείψεις ως ύπαρξη, πράγμα που απο καιρό ήθελες. Και εσύ τι έκανες; Και τον εγκατέλειψες και δεν τον πίστεψες. Χρησιμοποίησες ως αφορμή αυτού που σου είπε για να ξενερώσεις και να τον φτύσεις αλλά αυτό ήταν αλήθεια. Τον πέταξες επειδή σου είπε αλήθεια. Δηλαδή δεν είχες ούτε λόγο να το κάνεις. Ήταν ένα ψέμα αυτό που έκανες. Μια κατασκευασμένη ιστορία που πίστευες μέχρι σήμερα ότι ήταν αλήθεια. Ο άλλος σου είπε την αλήθεια και εσύ τα κανες σκατά γιατί φοβήθηκες.
Δε θα μάθεις ποτέ να οδηγείς. Δε θα μάθεις ποτέ να μη μιλάς απότομα και άσχημα, να συγκρατείς τα νεύρα σου. Με τέτοια ζηλευτή προίκα πόσο μακριά νομίζεις ότι μπορείς να πας; Και έστω ότι όλα αυτά σου συμβαίνουν μόνο όταν είσαι αδιάθετη, είναι αυτό δικαιολογία; Οι άλλοι σε δικαιολογούν που έχεις περίοδο και είσαι έτσι, φαίνεσαι από μίλια, γιατί δεν μπορείς να το δεχτείς ότι αυτή η λειτουργία σε κάνει κουρέλι;
Γιατί δεν δέχεσαι ότι πολλά πράγματα σε κάνουν κουρέλι; Μήπως να αρχίσεις να τα διώχνεις από τη ζωή σου; Βέβσαια την περίοδο δεν έχεις την επιλογή να την απενεργοποιήσεις. Είναι δωράκι με το φύλο σου. Εκτός αν θες να κάνεις αλλαγή φύλου. Μπα, αυτό δε θα στο πρότεινα, θα σε τρέλαινε η μαλακία της σκέψης.

Την περασμένη Κυριακή πήγα θέατρο. Είδα τον Ορλάντο της Βιρτζίνια Γουλφ. Το κείμενο είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά ήταν πολύ πυκνό. Το μόνο σημείο που όσο πυκνό και να ήταν με διαπέρασε ήταν το εκεί όπου μιλούσε για την υγρασία.
Υγρασία. Ακόμα και η προφορά της λέξης σου προκαλεί πόνο στα κόκκαλα, σου τρυπάει το μυαλό, σε αποπροσανατολίζει, σε τρελαίνει. Σε κάνει να νιώθεις όλες τις ηλικίες μαζί.
Δε λέω, σε πολλές περιπτώσεις είναι άκρως απαραίτητη η υγρασία. Πολλοί οργανισμοί αναπτύσσονται μέσα της. Νιώθω πολύ αδύναμη μπροστά της. Δεν μπορώ να την αντιμετωπίσω ακόμη κι αν είναι απαραίτητη. Πάντα με νικάει. Με κατατρώει.

Οι άνθρωποι χαιρετιούνται, δεν είναι αυτονόμως χαρούμενοι. Πρέπει να δουν κάποιον άλλον για να συσπασθεί το πρόσωπό τους, για να γνέψουν, να χαμογελάσουν, να μιλήσουν. Οι άνθρωποι γύρω μου, στο τρένο, στο μετρό, στο δρόμο, στη στάση, στο περίπτερο, στις σκάλες, στο φαρμακείο, στο σχολείο, στο αμφιθέατρο, στη δουλειά. Δεν χαίρονται, χαιρετιούνται. Δίνει ο ένας τη χαρά του στον άλλον. Δείχνει ο ένας ότι έχει ακόμη λίγη χαρά που του την αφυπνίζει κάποιος άλλος, σπάνια ο ίδιος του ο εαυτός. Εγώ γελάω μόνη μου στο μετρό και κλαίω, επίσης μόνη μου. Δε με πειράζει αυτό. Σπάει λίγο τη μονοτονία. Άλλες μέρες παρατηρώ τους ανθρώπους σα να τους βλέπω πρώτη φορά άλλες νιώθω ότι τους ξέρω καλά και με αφήνουν αδιάφορη. 

Μουσική και δρόμος, δρόμος και μουσική. Ακούω πολλή μουσική πάλι, μετά από καιρό. Ακούω τη μελωδία, τα βιολιά, τις λέξεις με συγκεκριμένη προφορά, λέξεις βαρυσήμαντες ή απλές, λέξεις που έτσι απλά, χωρίς λόγο σου φέρνουν δάκρυα στα μάτια. Λέξεις που σε συγκινούν και σε γεμίζουν δάκρυα λαμπερά σα να ακούς την πρώτη λέξη ενός παιδιού. Όπως το τινγκς, πράγματα, things, που λέει η Dolores O’Riοrdan.

Χθες ήταν όμορφα. Το ξέρεις ότι μ’αρέσει να λέω ιστορίες, τινγκς, μ’αρέσει να με ακούν όταν διηγούμαι. Σ’ευχαριστώ που μ’ άκουσες για άλλη μια φορά. Σ’ ευχαριστώ που τόσο καλά προσποιήθηκες ότι όσα σου λέω τα ακούς για πρώτη φορά. Το ζήτησες όμως, ήθελες για κάποιο λόγο να τα ξανακούσεις. Απολάμβανες χθες όλα όσα λέγονταν, κι ήταν ωραία.  


Αυτό το παπούτσι στο πήρα εγώ. Έχω τρομερό γούστο, το ξέρω, λεφτά δεν έχω, δουλεύω.
Χρόνο έχω, χάνω, ξοδεύω, βρίσκω.
Μου χρωστάς πολύ χρόνο.
Σου έχω δώσει αρκετό.
Και εσύ, δε λέω.
Εγώ σου γεμίζω το χρόνο, λες.
Εσύ με κλέβεις από κάτι άλλο συνήθως.
Αυτός ο τοίχος δεν είναι δικός μου. Εϊναι δικός σου και τον έχεις υψώσει σε χρώμα κίτρινο για να με κάνεις να τον αγαπήσω. Δεν ξέρω αν θα το κάνω. Αυτή η λεμονιά, πίσω, δεν είναι κανενός κι ας την ξέρω καλά.
Ημέρα Σάββατο τραβήχτηκε και όλα έλαμπαν. Ήταν μια όμορφη μέρα παρόλο που δούλευα.
Μέχρι εκείνη τη μέρα όλα ήταν αλλιώς.
Μπορείς να μου πεις τι έχεις πάθει;
Γιατί χάνεσαι στις σκέψεις σου, χωρίς εμένα;
Γιατί ξαφνικά γινόμαστε έτσι;
Γιατί κάτι καλό αντί να μας ενώνει μας χωρίζει; Γιατί το κάνεις να μας χωρίζει;
Φυσάει πολύ σήμερα και με τρομάζει αυτό το ανεξέλεγκτο.
Φυσάει πολύ κι εσύ όλο μετράς.
Τα λόγια μου, τις σιωπές μου, τα κέρματά σου, τις κινήσεις σου.
Είμαι πολύ κουρασμένη σήμερα αλλά δε θέλω να κοιμηθώ.
Σκέφτομαι πως χάσαμε άλλο ένα ενδεχόμενο τετραήμερο.
Από το Σάββατο και μετά σου έφυγε το τώρα, όλο ο νους σου στο αύριο.

Ζητάς απλά πράγματα που έχεις τώρα να τα έχεις και στο μέλλον. Ο άλλος όμως τα θεωρεί περιττά και θέλει πράγματα ξένα προς εσένα που εσύ θεωρείς περιττά. Με λίγα λόγια, γεμίζουν με διαφορετικό τρόπο τα κενά τους. Με 2 διαφορετικούς περιττούς τρόπους.
Σε τέτοιες περιπτώσεις τι πρέπει να κάνει κανείς;

Εδώ και μέρες νιώθω σαν αυτό το φυτό. Για να ελευθερωθώ πρέπει κάποιος να με φυσήξει.
Πότε θα με φυσήξεις;

Πανσέληνος Βροχή Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

“Ο έρωτας είναι μια υπέροχη ημερήσια εκδρομή. Αργά το απόγευμα ασπάζεσαι την παρέα σου και αποχωρείς”

“Δεν έχει φτέρνες η τελειότητα”

Μ’ αρέσει να κάνουμε οι bloggers τα ίδια πράγματα και να φαίνεται πόσο διαφορετικοί είμαστε. Έμαθα αυτό το παιχνίδι από τον yiorgosbs.wordpress.com και το επιχείρησα. Δεν βγήκε βέβαια τόσο επιτυχημένο όσο σε εκείνον αλλά το έκανα.
Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα,
β. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο),
γ. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας,
δ. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη) και
ε. Ζήτα από πέντε bloggers να κάνουν το ίδιο.

Πήγα και διάλεξα ένα βιβλίο αγαπημένο, το “θα σε ξεχνάω κάθε μέρα” του Βασίλη Αλεξάκη. Ανάτρεξα λοιπόν στη σελίδα 123 και ιδού:

“Λες να έχουν μνήμη και τα σπίτια; Δεν μπήκαμε παρά μόνο μια στιγμή σ’αυτό το δωμάτιο για να της δείξω το τζάκι.
-Τι είναι όλα αυτ’α τα χαρτιά; με ρώτησε βλέποντας τα γράμματά σου απλωμένα πάνω στο κρεβάτι.

Δεν ξαφνιάστηκε λιγότερο όταν έμαθε ότι τα ξαναδιάβασα”.

ξεκινάς με τις καλύτερες διαθέσεις για να έχεις μια καλή μέρα, αλλά δεν. πας στον ησάπ, κλειστές οι πόρτες. πας να πάρεις ταξί αλλά όλοι γι αυτό ψάχνουν. πας να πάρεις λεωφορείο αλλά γίνεται της κακομοίρας. και είναι σήμερα που πρέπει να πας στη γαμημένη δουλειά σου οπωσδήποτε γιατί επείγει κάτι. τελικά, παίρνεις το ι.χ και  μετά από μια μιση ώρα φτάνεις στο γραφείο. περιμένεις να δεχθείς εντολή τι να κάνεις με το επείγον, η οποία δεν έρχεται ποτέ. και εκεί που περιμένεις γίνεται διακοπή ρεύματος. μένεις με σταυρωμένα τα χέρια. γιατί στο διάολο ήρθα σήμερα εδώ; για να ρίξω τα καντήλια της ζωής μου;  φτάνει η ώρα να φύγω χωρίς να έχω κάνει τίποτα. πάω να πάρω το αμάξι αλλά που να κουνηθείς; να τρελαθείς μέσα στο αμάξι περιμένοντας να ξεμπλοκάρεις; πόδια έχεις το έκανες και την Τρίτη το δρομολόγιο. ακολουθώ το δρόμο που κάνει το λεωφορείο μήπως ρε αδερφέ περάσει. μήπως. μαλακίες. παρόλα αυτά κρατάω την ψυχραιμία μου απλώς δεν μπορώ να ξεστομίσω κουβέντα. κουράστηκα με την τόση μαλακία.

Παιδεύτηκα πολύ για να βρω μια φωτογραφία που να μου ταιριάζει στην παρούσα φάση.
Σε αυτό το απόγευμα που μου απέμεινε μόνο του έχω εμένα και τα φώτα του έξω κόσμου.
Ακούω έα ξεχασμένο cd της Πασπαλά και βουτάω στον παρόν με παλιές σκέψεις μπας και γεννηθούν ξανά.
Το πρωί ο κακός χαμός της πόης αυτής ξεχύθηκε μπροστά μας. Στις 9 καθισμένες στην σκάλα ενός μουσείου περιμέναμε πότε θα πιάσουμε δουλειά. Βαρεμάρα. Άρπα κόλλα. Όλα γρήγορα. Δεν μπορώ να κινούμαι σε τέτοιους ρυθμούς. Όχι, δεν κουράζομαι σωματικά, ούτε πνευματικά, ψυχικά όμως με τέτοιες ταχύτητες κουρέλι γίνεσαι.
Σήμερα μεγάλη απόσταση σε εμένα και εσένα και δεν έχω καν διάθεση να τη γεφυρώσω.
Σήμερα το σπίτι νιώθω ότι είναι πολύ μόνο του και βαρύ.
Σήμερα ήθελα κάποιος να έχει αγοράσει για το σπίτι αυτό λουλούδια.
Σήμερα το κενό μου δεν ξέρει με τι να χορτάσει. Δεν το ταΐζω κι αυτό αντί να κλείνει ανοίγει όλο και περισσότερο.
Σήμερα ήθελα να περπατάω όλη μέρα αλλά όχι παράλληλα με τη Συγγρού, την Αμφιθέας ή τη Βεΐκου.
Σήμερα θα θελα να μου πεις ότι με καταλαβαίνεις και ότι όλα θα πάνε καλά.
Σήμερα ήθελα να μου πεις ότι μ’ αγαπάς για όσα είμαι και για όσα δεν είμαι.

Προσπαθείς να επικοινωνήσεις, μάταια. Κάπου χάνεται το σήμα, κάπου κόβεται η φωνή, κάπου χάθηκαν οι αντοχές, κάπου βαρέθηκες τα ίδια και τα ίδια. Θέλεις να δεις τι κάνεις και δεν μπορείς, θολώνεις. Θες να ανασυγκροτηθείς και δε γίνεται, πρέπει παντού και πάντα να σκέφτεσαι τους άλλους, να καταλαβαίνεις τι θέλουν να πουν πίσω από τις λέξεις. Γιατί οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει να μιλούν απλά; Γιατί στην εποχή της ευκολίας όλα έχουν δυσκολέψει τόσο πολύ, ειδικά η επικοινωνία στην εποχή της επικοινωνίας. Περίεργα τα πράγματα, αντιφατικά. Γιατί πρέπει να τα χάβουμε; Ας κοιτάξει ο καθένας μέσα του κι ας ζήσει σε όποια εποχή του ταιριάζει, εξάλλου σ εαυτή την εποχή μου φαίνεται πως όλοι οι χωροχρόνοι συνυπάρχουν. Δεν ξέρω που να αποδώσω αυτό το χάος οπότε πάλι το σύμπαν θα την πληρώσει. Τελικά, μάλλον μου έπεσε βαρύ το σουβλάκι της γειτονιάς και γράφω εφιαλτικά.

 


Κατόπιν προσκλήσεως του φίλου Θογία και επειδή είμαι ευγενική θα αποκαλυφθώ.
Απλώς το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι 7 πληγές τόπους τόπους, σκορπισμένες, είναι η μία μέσα στην άλλη, είναι βαθειές, έχουν κρατήρα. Που λες, η πιο παλιά πληγή μου είναι αυτή που τα ξεκίνησε όλα και είναι αθεράπευτη. Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι, η παρέα τους, οι κουβέντες τους και ξεχνάω όλα τα τέρατα που κάνουν ενίοτε.
Άλλο μεγάλο θέμα ότι βλέπω σε όλα τα πράγματα τη θετική τους πλευρά εκτός από το πανεπιστήμιο, μήπως δεν έχει θετική πλευρά;
Εν συνεχεία, θέλω οπωσδήποτε να βρίσκω νόημα σε κάθετι και να να βγάζω κάποιο συμπέρασμα.
Μιλάω πολύ, σπουδάζω αρχαιολογία, βαριέμαι εύκολα. Α, και το πιο πρόσφατο κουσούρι, έχω τρομερή μνήμη που όσο περνάει ο καιρός αντί να μειώνεται δυναμώνει. Τόσο καλά σου λέω.
Και εις άλλα με υγεία!

Και εκεί που λες, ηρέμησα, όλα καλά θα πάνε, όλα αλλάζουν ,μεγαλώνουμε, προχωράμε, έρχεται ένα άκυρο απόγευμα Τρίτης και τα βλέπεις όλα κωλυόμενα. Αύριο δίνεις το τελευταίο μάθημα και δε σου καίγεται καρφί, όχι γιατί είσαι τέλεια διαβασμένος αλλά γιατί και που είχες άγχος ή και που είχες διαβάσει τι κατάλαβες; Οπότε; Δεν πήρες άδεια από τη δουλειά σου, πήγες κανονικά, γύρισες, έφαγες, κάθισες μπροστά στην οθόνη, κοιμήθηκες, ξύπνησες, έβαλες στις 6 ακριβώς μελωδία αν και ξέρεις ότι κάνει εκπομπή ο διευθυντής του προγράμματος, χρόνια τώρα, και τον έχεις ψιλοβαρεθεί γιατί νομίζει ότι έχει γίνει αυθεντία, όπως και εσύ. Τελικά, τον ακούς γιατί σε κερδίζει με το πρώτο τραγόυδι που βάζει. Είχες να το ακούσεις 3 χρόνια. ” Η σιωπή πολλά θα σου πει που εγώ δεν μπορώ, η σιωπή είναι δρόμος παλιός δε νιώθεις αλλιώς”. Συνεχίζει με τραγούδια της εφηβείας σου και κολλάς. Ξαφνικά το συνηθισμένο απόγευμα γίνεται ένα απόγευμα παλιό, ξεχασμένο, απόγευμα λυκείου που καθόσουν στο δωμάτιο γιατί δεν είχες πού να πας και με ποιους. Ο χρόνος ήταν αιώνιος, δεν περνούσε, δε σε ένοιαζε κι να περνούσε. Όταν άρχισε να σε νοιάζει πάει το θέμα, άστο.
“Ο δρόμος είναι μυστικός, που βγάζει στην αγάπη, πέφτει απότομα βράδυ σκοτάδι νωπό. Ο δρόμος είναι μυστικός πολλά απ’ τα λόγια απάτη θες να πεις σ’έχω ανάγκη και λες σ’αγαπώ”.
Το πρόγραμμα συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία. Τραγούδια ξεχασμένα που τα ακούς χρόνια αλλά σήμερα, χωρίς να ξέρεις γιατί, δεν τα βαριέσαι. Μέσα από τα παλιά ξεπετάγεται και ένα ακυκλοφόρητο του Θηβαίου με μελωδία που θυμίζει Συνήθεις Υπόπτους, νοσταλγία, και οι στίχοι είναι καθαρόαιμοι Θηβαίικοί. “Να κουρνιάζω στο πλευρό σου μες το παραμιλητό σου να με βρεις, ν’ακουστεί το όνομά μου κι ας ραγίσει η καρδιά μου κι ας χαθείς. Να ξεπλύνει το θυμό μου να ξανάρθει τ’ονειρό μου να το δεις. Να μπορώ να σου γελάσω κι ύστερα ας προσπεράσω κι ας χαθείς. Να μην ξέρω πια τι κάνεις, άλλο να μη με πικράνεις, δεν μπορώ, δεν μπορώ να σε κοιτάζω και στα λόγια να μη βάζω σ’αγαπώ”.


Παρασκευή και είμαι σχεδόν όλη μέρα σπίτι. Όχι ότι δε μ’αρέσει, απλώς όταν έχεις χρόνο βγαίνουν οι σκέψεις βόλτα. Όταν έχεις χρόνο, κάθεσαι γράφεις, βάζεις μουσική, μοιραία αρχίζεις και σκέφτεσαι και θυμάσαι και αναρωτιέσαι τώρα όλοι οι άλλοι τι κάνουν; Σε τι χωροχρόνους κινούνται;
Γιατί όλοι μαζί εμφανίζονται και όλοι μαζί εξαφανίζονται; Δεν είναι παράνοια αυτό; Δεν είναι τρελό να ζεις με λάθος συμπεράσματα;
Δε θα μάθω ποτέ να οδηγώ μάλλον. Άμα παίρνουν δρόμο οι σκέψεις και μέσα στο σπίτι, φαντάσου εκεί έξω τι θα γίνει.

Βλέπεις τη νότα στο παράθυρο;
Ήταν το ντο που τραγουδούσε όλη νύχτα η σελήνη.
Ήταν πολύ θλιμμένη για κάποιο λόγο, τόσο που βάφτηκε κόκκινη για να τη δούμε όλοι.

Χρωστάω ένα ποστ για το τι έγινε με Αλκμήνη-Ξανθίππη, χρωστάω χρόνο σε ανθρώπους που έχω να δω καιρό, χρωστάω μια καλή κουβέντα στον άνθρωπο που ανέχεται τον πιο απαίσιο εαυτό μου, χρωστάω ώρες ξεκούρασης στον εαυτό μου, χρωστάω μια αγκαλιά στη μάνα μου, ένα φιλί στον πατέρα μου κι άλλα πολλά της Μιχαλούς που δεν ξέρω που έχει χαθεί τελευταία!
Που λες, τη Δευτέρα πήγε η Αλκμήνη στο μάθημα χορού. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε καθόλου να πάει. Όχι γιατί θα της στοίχιζε επειδή θα ήταν το τελευταίο μάθημα απλούστατα γιατί δεν ήταν καθόλου καλά. Πήγε λοιπόν με μάτια ξέχειλα, σαν κουβάδες από το κλάμα, με σώμα άυπνο και με καρδιά κομμάτια. Περπατούσε ώρες πρν πάει κα σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει. Αν δεν πήγαινε θα την έτρωγε το σαράκι, πώς ήταν, πώς δεν ήταν, ποιος χόρεψε καλύτερα και τέτοια ψυχαναγκαστικά. Βέβαια, θα έκλαιγε με την άνεσή της, μόνη της σπίτι της, θα ξεσπούσε. Ήξερε πως άμα πήγαινε θα ήταν λίγο καλύτερα, τουλάχιστον θα αντιμετώπιζε την Ξανθίππη, αν χρειαζόταν και θα έδειχνε κάποια εκτίμηση στα χρήματα που είχε δώσει. Και στο χορό θα ξεσπούσε, της έκανε καλό η ταραντέλλα.
Πήγε λοιπόν, χόρεψε, εκτονώθηκε, γέλασε, ξεχάστηκε, φώναξε. Δεν έκλαψε, η Ξανθίππη δεν ήρθε, πάλι το μυαλό της παιχνίδια έστηνε τόσες ώρες πριν.
Την Κυριακή ήταν όμορφα και χθες ήταν ακόμη πιο όμορφα. Το χιόνι μας έκανε να δούμε καθαρότερα, ευτυχώς, μια φορά κάπου κάναμε και σωστές επιλογές. Βέβαια, πάντα μέσα μας κάτι θα κλαίει. Και για την άλλη επιλογή, την άγνωστη, την ξένη, τη μακρινή, αυτή που ούτε καν φαντάστηκες.
Για να ξεχρεώσουμε κάπου αλλού, χρεωνόμαστε κάτι άλλο.

Σάββατο βράδυ. Η μέρα ξεκίνησε από νωρίς σήμερα και πολύ το χάρηκα. Ήταν όλη δική μου κι ευτυχώς μου φάνηκε μεγάλη, ικανο-ποιητική. Η ώρα είναι έντεκα και είμαι μόνη, έξω χιονίζει, γράφω ό,τι θέλω, σκέφτομαι, ακούω μουσική. Γράφω και νομίζω ότι γίνεται σεισμός. Καλύτερα να κουνιέσαι από μόνος σου πάντως παρά να σε κουνάνε.Τι καλύτερο για να νιώσεις ευτυχισμένος; Να νοιώσεις ο εαυτός σου;

Σκέφτομαι και τη χθεσινή μέρα, ευτυχώς πάλι δική μου ήταν. Είχε περάσει καιρός που είχα την αίσθηση πως ό,τι κάνω το κάνω για να είμαι καλά. Χθες σε ένα καφενείο στο Θησείο, οι δυό μας με άλλα δύο άτομα, τους ιδιοκτήτες. Εκεί με το τρένο να περνάει μια προς Πειραιά, μια για Κηφισιά. Τρένα και πλοία πάντα παρόντα. Εκεί πίναμε το κρασί μας και ακούγαμε καλή μουσική. Ησυχία, μετρημέμες κουβέντες. Η μουσική να παίζει με τις σκέψεις μας. Ξαφνικά μπαίνει στο μαγαζί ένας ξένος μουσικός, ψηλός με άσπρα μαλλιά και με τη φλογέρα του. Τον είχαμε δει στους Αέρηδες πριν 10 χρόνια, θυμάσαι; Ναι, αυτός, που έπαιζε μια μελαγχολική μελωδία. Μπήκε στο μαγαζί κι άρχιζε να παίζει μπροστά μας. Ήταν μαγικό. Η μουσική χαμήλωσε, εκείνος έκλεισε τα μάτια και έδωσε την καλύτερή του παράσταση, είχε το κοινό που τόσον καιρό περίμενε. Δε μιλούσε κανείς. Το φως που περνούσε μέσα από το ποτήρι σου πηγαινοερχόταν καθώς είχε εγκλωβίσει στο φως του και τη φιγούρα του μουσκιού. Το φως πήγαινε απο εδώ κι από εκεί και χυνόταν στο χώρο. Είχα καιρό να νιώσω πως το σύμπαν μου αποκαλύπτεται μέσα από το φως του.

Εδώ και μέρες νιώθω ότι κάποιος μου κάνει πλάκα. Ο καιρός είναι 5 μέρες στο χάλι αυτό, χωρίς χρώμα, χωρίς μυρωδιές, χωρίς ίχνος ελέους, μας έχει αφήσει να παραλύουμε από το κρύο. Όλοι έχουμε κλειστεί εντός, έχουμε μαζευτεί και μονολογούμε ως συνήθως τώρα τελευταία. Αυτή τη μονοτονία και στον καιρό δεν την αντέχω. Αποδέχτηκα την καθημερινότητα, τη ρουτίνα, τη γειτονιά μου, αλλά και το σκηνικό να μένει ίδιο κάθε μέρα καταντά ενοχλητικό.

Η γειτονιά μου δεν έχει πολλά σπίτια. ως εκ τούτου δεν έχω πολλούς γείτονες, ούτε από πάνω, από κάτω, ούτε από απέναντι, ούτε από διαγώνια. Η γειτονιά μου έχει πολλά μαγαζιά. Όχι με ρούχα, άλλου τύπου, πιο χρήσιμα. Έχει γίνει κομμάτι μου πια η γειτονιά μου κι ας μην είναι όμορφη. Είναι εκεί που επιστρέφω κάθε βράδυ. Τους ξέρω όλους φατσικά, όλοι οι μαγαζάτορες είναι φάτσες, γνωστά λαμόγια στην πιάτσα. Μ’αρέσει όμως. Τους κάνω καθημερινά ψυχογράφημα και πέφτω μέσα. Κάθε μέρα κινούνται όπως τους φαντάζομαι. Το ότι τους βλέπω κάθε μέρα μου δίνει μία ασφάλεια, μία ανθρωπιά που έχει χαθεί κι όμως υπάρχει στο ότι αναγνωρίζεις τα πρόσωπα. “Βάλε μου μισό κιλό κιμά, από τον καλό, ξέρεις εσύ”.

Στους φίλους έχεις από καιρό να πεις “Έλα να πιούμε καφέ να τα πούμε. Θα σε τρατάρω τις πιο καλές μου σκέψεις”. Πάνε αυτά τελειώσανε, πάμε για άλλα τώρα. Σήμερα μόνο αν έχεις καλό χασάπη και γιατρό πας μπροστά..

-Είναι παλιό το λιμάνι δεν μπορώ…
-Ποια δύναμη μας έφερε κοντά, ποια δύναμη μακριά μας παίρνει; Αν θα χαθούμε ποιος θα πει ή αν θα σμίξουμε ποιος ξέρει;

Περίεργα πράγματα συνέβαιναν και πάντα θα συμβαίνουν. Ήθελα τόοοοσο πολύ να τελειώνει αυτή η ιστορία με την Αλκμήνη και την Ξανθίππη (βλέπε something red) και θα είχε τελειώσει μόλις χθες το βράδυ, αλλά δεν. Όχι ότι ακύρωσε κάποιος, όχι ότι αρρώστησε η Ξανθίππη ή απέφυγε η Αλκμήνη το τελευταίο κοινό μάθημα χορού, απλώς μετατέθηκε για τη Δευτέρα.
Χθες έδωσα το πολυπόθητο μάθημα δε θα άντεχα να χω και νέα από την Αλκμήνη, μου φτάνουν τα δικά μου.
Σήμερα, μέρα μισοφώτιστη, ξύπνησα όμορφα και εκτινάχθηκα γρήγορα από το κρεβάτι. Εδώ και μέρες με παρακολουθώ να κάνω πράγματα γιατί λόγω έλλειψης ύπνου δεν τα υποστηρίζω απόλυτα. Σήμερα όμως ήθελα να σηκωθώ νωρίς. Να πάω στο λιμάνι, να κάνει κρύο, να πάρω το πλοίο και να πάω να φάω στάκα και μελιτζανοσαλάτα στο “χαμάμ” στα Χανιά. Θα ταν ωραία σήμερα το πρωί να ξυπνούσα στα Χανιά.
Πωπω, όμορφα που θα ταν. Να αντικρύσω μέσα από κρύο και πάχνη το φάρο και τη θάλασσα. Να περπατάω ώρες στην παλιά πόλη, μετά να βγω στη νέα πόλη, δε με πειράζει. Κι ας είναι Πέμπτη. Να είμαι εκεί, μόνη μου. Να προετοιμάζω τη μελλοντική μου διαμονή εκεί. Να δω τη ζωή μετά το θάνατο.
Ξέρω, ξέρω, ποτέ μία κύρια πρόταση δεν ξεκινάει με το “να”. Πώς όμως θα γίνει το άπιαστο μια τόση δα πιθανότητα πραγματικότητας;


Τον τελευταίο καιρό ζω εξαντλητικά, μη φανταστείς ότι δεν τρώω, όχι , αυτό δεν ξεχνιέται. Πίνω πολλούς καφέδες, ξενυχτάω πολύ, διαβάζω ένα μάθημα φυλακή, ένα βασανιστήριο μάθημα, μιά φάλαγγα, βυζαντινή τέχνη. Και γιατί κυρία μου πρέπει να θεωρήσω εγώ το λύχνο σε σχήμα ποδιού τέχνη; Γιατί να με αφορά η επεξεργασία του σμάλτου; Γιατί κυρία μου; Δεν έχω εγώ ζωή να ζήσω νομίζεις; Τι με νοιάζουν εμένα οι βυζαντινοί; Έφτασα στα 26 και τι κατάλαβα; Να βλέπω αστεράκια στην οθόνη του υπολογιστή από ητν κούραση. Η ζωή είναι εκεί έξω κυρία μου, κι εσύ το έχεις χάσει προ πολλού το τρένο κι ας επιβιβάστηκες σε Ι.Χ γνωστής οικογενείας που σε έκανε ό,τι είσαι σήμερα. Θα έπρεπε σαφώς να ντρέπεσαι. Αλλά τι να κάνεις κι εσυ καημένη; Μιμήσαι τουε βυζαντινούς που τόσο αγαπάς, που έζησαν στη χλιδή και στο ψέμα.
Αστεράκια σε λύχνους δεν είχαν; Μόνο σε κάτι χειρόγραφα και κάτι φορητές εικόνες αν θυμάμαι καλά.
Συνεχίζω να γράφω και βλέπω αστεράκια. Μέσα στα αστεράκια είσαι και εσύ, πάντα παρών σε ό,τι πιο ανισόρροπο νιώθω. Είσαι παρών αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι είμαι εγώ πλέον.

Τα πακέτα των τσιγάρων γράφουν πλέον επάνω ότι το κάπνισμα μπορεί να σκοτώσει, γιατί δεν γράφουν το ίδιο και για τα αυτοκίνητα;
Όλοι μιλάνε και τίποτα δε λένε, η σιωπή τώρα αρχίζει να φαίνεται πολύτιμος θησαυρός.
Βαρέθηκα τα μεγάλα λόγια.
Είσαι δειλός και γελοίος, όχι εσύ, ο άλλος δίπλα σου.
Δεν αγαπάω πια τους καθρέφτες μου. Τους βαριέμαι. Θέλω το διαφορετικό, αυτό θα με κάνει καλύτερη.
Συμβουλές παντός είδους. Ξεκινούν από το συμβουλάτορα και καταλήγουν σε αυτόν. Η προβολή προβλημάτων δικών μας στους άλλους δίνει και παίρνει.
Στην Αθήνα βρέχει, στο Ηράκλειο φυσάει δαιμονισμένα, στη Σουηδία κάνει κρύο αλλά μπορείς να κάνεις βόλτα, και πίστευε εσύ ό,τι θες, από πού αποκόμισα τέτοιες βαρυσήμαντες πληροφορίες.
Είμαι ζωντανή, επικοινωνώ με ανθρώπους, αγαπάω τους ανθρώπους. Δίνω χρόνο σε αυτούς και σε εσένα, πολύ. Τι τον έκανες δε με νοιάζει. Αυτά που ξόδεψες μην τα λυπάσαι αυτά που δεν έδωσες και κράτησες κλάφτα, που λέει και μια ψυχή.
Μου κάνει παρέα τώρα τελευταία αυτή η ψυχή.
Βρίσκω συνεχώς νέες ψυχές.
Η ζωή κανέι κύκλους, αποδέξου το.
Δεν σκέφτομαι πια. Νομίζω ότι δεν μπορώ να επεξεργαστώ καμιά πληροφορία ούτε να βυθιστώ σε αυτή. Νιώθω πως έχω πεθάνει αλλά συνεχίζω να ζω για να μην ταραχτούν ορισμένοι.
Κάπνιζες καρέλια στη σκάλα.
Καπνίζω καρέλια, εσύ;
Υπάρχεις εσύ; Ή έχεις χαθεί όπωςκαι εγώ από τη διάσταση αυτή;
Αλήθεια, όσοι σε ψάχνουν πού μπορούν να σε βρούν;
Ελπίζω τώρα πια στο παρόν. Αυτό πρέπει πια να το χεις καταλάβει.

“Κατηφορίζαμε τις θάλασσες παρέα, ήταν ωραία η ζωή ήταν ωραία…” Απεγνωσμένα μηνύματα, απουσίες, σιωπή, μοναξιά επιλεγμένη ή επιβεβλημένη, μοναξιά ως τιμωρία ή ως επιθυμία και εσύ μένεις να χαζεύεις τις ανάγκες σου.
Έχουν μπερδευτεί τα πράγματα, αυτά που θες δεν τα θέλουν οι άλλοι και έτσι δεν σε αποδέχονται. Λένε ένα ‘δεν καταλαβαίνεις εσύ” κι έξω από την πόρτα.
Γιατί να σε νοίαζει εσένα τι κάνουν οι άλλοι και τους άλλους όχι;
Θα επιμένω ότι υπάρχω, έστω και για τον εαυτό μου, “θα λέω ψέμματα πως δεν θα ξαναφύγω”.

Το όνομά της Αλκμήνη, ξεχωριστό, γλυκό, εύηχο. Τραχύ μερικές φορές αν σταθείς στο “κμ” αλλά δεν την ένοιαζε. Βέβαια, άργησε να το συνηθίσει. Όταν ήταν μικρή καθόλου δεν της άρεσε. Η Αλκμήνη δεν έχει χρόνο, τρέχει να τα προλάβει όλα. Τρέχει για τους άλλους περισσότερο. Την Τετάρτη αποφάσισε να κάνει κάτι γι αυτήν. Γράφτηκε σε μεθήματα χορού ταραντέλλας. Ήταν κάτι που χρόνια ήθελε μιας και της άρεσαν πολύ οι μουσικές της Κάτω Ιταλίας. Πήγε φορώντας πολύ ζεστά ρούχα, ήταν όλη μέρα στο δρόμο, δεν σκέφτηκε να πάρει κάτι πιο ελαφρύ για το χορό. Ένιωθε ένα σφύξιμο στο στομάχι αλλά πήγε. Την περίμενε και η φίλη της η Μαρία.

Η Ξανθίππη το περίμενε πως και πως. Ήξερε καιρό για αυτά τα μαθήματα αλλά είχε μια μικρή κόρη να μεγαλώσει. Δεν είχε πολύ χρόνο. Ο άντρας της ήταν πολύ καλός, πολύ καλλιεργημένος, πολύ σε όλα, αλλά όπως και να το κάνουμε εκείνη ήταν μάνα. Έπρεπε όμως να κάνει κάτι για τον εαυτό της επιτέλους. Τα μαθήματα γίνονται στο κέντρο της Αθήνας. Κι ας έμενε μακριά από την πρωτεύουσα. Θα την χαλάρωνε το πήγαινε έλα με το τρένο. Ο άντρας της χάρηκε πολύ με αυτήν της την πρωτοβουλία και με το γεγονός ότι θα έιχε το προνόμιο να έχει τη μικρή όπως εκείνος θέλει έστω και για 5 ώρες.
Συναντήθηκαν εκεί, στο μάθημα χορού. Η Αλκμήνη γνώριζε την Ξανθίππη, η Ξανθίππη όχι. Η Αλκμήνη έπαθε εγκεφαλικό, η Ξανθίππη ήταν ο εαυτός της, δεν είχε νιώσει τίποτα. Η Αλκμήνη ήθελε να φύγει. Η Ξανθίππη είχε αργήσει. είχε φορέσει όμως τα πλέον κατάλληλα ρούχα και ήθελε να γνωρίσει την υπόλοιπη ομάδα. Είχε μια άνεση που σκότωνε την Αλκμήνη. Συστήθηκαν. 8 χρόνια γνώριζε τον σύντροφο της Ξανθίππης, είχε κλάψει γι αυτόν, είχα δώσει πολύ χρόνο και πολλή σκέψη για εκείνον χωρίς όμως να το γνωρίζει. Τελικά, παντρέυτηκε την Ξανθίππη. Ο άντρας είχε μιλήσει στην Αλκμήνη για εκείνη, της είχε δείξει φωτογραφίες, ήταν περίφανος για την παιδεία της και την ηρεμία της. Η Αλκμήνη ήταν πιο χύμα, πιο ζωντανή, πιο επαναστατική, πιο κόκκινη. Η Ξανθίππη ήταν άσπρη, το απόλυτο λευκό κενό που τόσο πολύ χρειαζοταν για να κρυφτεί εκείνος.
Χορευάν αντικρυστά για πολλή ώρα. Η Αλκμήνη είχε γίνει σμπαράλια, η Ξανθίππη ήταν ήρεμη και γεμάτη από την πρώτη εμεπιρία του χορού. Η Αλκμήνη έφυγε γρήγορα καταϊδρωμένη κι ας ήξερε ότι δεν θα ερχόταν να πάρει τη γυναίκα του. Είχε θυμώσει γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει τι νόημα είχε να συμβεί αυτό. Αν όλα γίνονται για κάποιον λόγο, αυτό γιατί; Το μυαλό της δεν χωρούσε αυτή τη σύμπτωση. Είχε να τον δει τέσσερα χρόνια. Τέσσερα χρόνια είναι με κάποιον. Εκείνος έχει παντρευτεί εδώ και 2 χρόνια την ημερομηνία που η Αλκμήνη έκλεινε 2 χρόνια με τον σύντροφό της. Προς τι όλα αυτα;
Έχει κουραστεί πολύ να περιμένει, να μάθει τι; Το τεράστιο γιατί που τόσα χρόνια είχε ξεφουσκώσει τώρα φούσκωσε με μιας. Γιατί εκείνη πάλι πρέπει να ξέρει; Γιατί να μην είναι εκείνη που θα αγνοεί ό,τι συμβαίνει γύρω της; Η άγνοια είναι σωτηρία. Θα προσποιηθεί πως είναι κάποια άλλη. Μόνο να μην τον δει, μόνο αυτό ζητούσε. Όχι αυτό, δεν θα το άντεχε.

Πρωινό Κυριακής. Βόλτα οι δυο μας, μετά από καιρό στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Τυχαίο συναπάντημα με το παρελθόν, το προσωπικό μου και της πόλης των Αθηνών. Παρελθόν και παρόν να περνούν δίπλα δίπλα, αντικρυστά και να συγκρούονται ελαφρώς.
Ευτυχώς, βλέπεις πως με τον καιρό βρίσκεις σιγά σιγά τα σωστά μεγέθη, τις αναλογίες που σε κάνουν να νιώθεις πιο ταιριαστά, πιο αληθινά.
Ανάβαση στην Ακρόπολη. Αυτό το ραντεβού μας περίμενε καιρό. Το απολαύσαμε, χωρίς πολύ ήλιο, χωρίς πίεση χρόνου, χωρίς πολλά λόγια, με αεράκι αναζωογονητικό.
Κατάβαση ξανά στην πραγματικότητα, στον πεζόδρομο. Κόσμος πολύς. Ξαφνικά μια μαμά με δύο παιδιά, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι. Το κορίτσι με κόκκινο παλτό. Θα ταν γύρω στα 7. Δεν περίμενα να με κοιτάξει. Είχα τα μαύρα μου τα χάλια εμφανισιακά αλλά μάλλον δεν είχε χαθεί η παιδική σπίθα στο βλέμμα μου. Με κοίταξε. Ήταν πανέμορφο κοριτσάκι, σα να ήταν η κοκκινοσκουφίτσα ξανθιά. Με κοίταξε και έμεινα να τη χαζεύω καθώς περνούσαν από δίπλα μου πηγαίνοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μετά από 10 δευτεόλεπτα γύρισα να κοιτάξω την κόκκινη φιγούρα που θα χανόταν σε λίγο. Και εκεί να, γύρισε και εκείνο το κορίτσι και με κοίταξε. Αυτό το κορίτσι ήταν το μέλλον. Ναι, αυτό ένιωσα. Ήθελα να το κοιτάω συνέχεια. Αυτή η παράλληλη παρουσία των τριών διαστάσεων με είχε αφοπλίσει.
Αυτό το έζησα μόνη μου παρόλο που δεν ήμουν. Έτσι έπρεπε όμως, κάτι αποκαλύφθηκε σε μένα εκείνη τη στιγμή, μόνο σε μένα.
Ελπίζω να πήρα το σωστό μήνυμα αλλά και να μην το πήρα η εικόνα αυτού του κοριτσιού θα μείνει για πάντα χαραγμένο στο μυαλό μου και όταν το ξαναδώ δε θα πάθω dejavu διότι το βίωσα ολοκληρωτικά.
Είναι όμορφο να προσέχεις τους ανθρώπους και πολύ πιο δυνατό να σε προσέχουν και εκείνοι την ίδια στιγμή. Εϊναι ο υπέρτατος συγχρονισμός, το σωστό timing που τόσο φειδωλά μου δίνεται.

Κάθομαι και χαζεύω. Σήμερα θα θελα να’ναι καλοκαίρι και να ακούω σε ανοιχτό παράθυρο το “Μαγικό Χαλί” του Μάνου Χατζιδάκι από τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Έχω μια νοσταλγία αυτές τις μέρες. Νιώθω να έχω στερηθεί το καλοκαίρι και έτσι το σκέφτομαι και το φαντάζομαι όπως μου αρέσει.
Μου χάρισαν ένα γούρι του 2008 που είναι τρένο και ο καπνός του φουγάρου του σχηματίζει τον αριθμό του έτους. Άραγε πού θα μας πάει κι αυτός ο χρόνος; Το 8 μοιάζει με κλειδαρότρυπα που περιμένει να την ξεκλειδώσουμε. Θέλω να ανέβω στο μαγικό χαλί του ‘08 και να χαθώ μέσα στις σκέψεις των ανθρώπων. Το 8 μου θυμίζει δαχτυλίδια καπνού, θέλω να χαθώ μέσα στον καπνό.
Η νύχτα πάλι νωρίς μου φαίνεται ότι έπεσε και κάποιος φτιάχνει σπανακόπιτα που μου έχει σπάσει τη μύτη.
Το 8 έχει μπει δυναμικά. Με έχει φέρει ήδη πολύ κοντά σε κάποιους ανθρώπους και με έχει απομακρύνει από άλλους. Είναι ωμό το 8, αν ήταν γράμμα θα ήταν το θήτα, γράμμα που ξεκινά τη λέξη θάνατος. Δεν το λέω για να γίνω μακάβρια. Καιρός να διώξουμε από πάνω μας όσα μας πεθαίνουν και μας ενοχλούν καθε μέρα. Καιρός να αντιμετωπίσουμε την αλήθεια κατάματα. Ο θάνατος άχρηστων πραγμάτων που μας ταλαιπωρούν μπορεί να φέρει θαύματα κι εγώ πιστεύω πολύ σε αυτά γιατί είναι ανθρώπινα και θεϊκά μαζί.


-Γιατί δε μου μιλάς πια;
-Συγγνώμη, λάθος μου.
-Γιατί δεν υπερασπίζεσαι τα θέλω σου; Εγώ θα σκέφτομαι και γι αυτά;
-Έχεις δίκιο.
-…..
-Έλα, μην είσαι έτσι τώρα.
-…μα πώς μπορώ να είμαι καλά; Εδώ ανακαλύπτω ότι θέλουμε διαφορετικά πράγματα.
-Αφού είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι. Σε παρακαλώ, κατάλαβε την ανάγκη μου αυτή.
-Όπως είδες την κατάλαβα χωρίς να μου το πεις καν ότι αυτό ήθελες πραγματικα. Τη μια λες το ένα και την άλλη το άλλο. Τι θες να πιστέψω, ποιο από τα 2 είναι η αλήθεια;
-Μα ήσουν πολύ στενοχωρημένη, δεν άκουγες τίποτα. Με παρεξήγησες. Λάθος timing.
-Ναι, το ξέρω, τα έχω ξανακούσει. Ευχαριστώ δε θα πάρω. Χάρηκα για το χρόνο που μοιράστηκα μαζί σου αλλά ως εδώ ήταν. Αν θες να μείνεις τώρα θα αρχίσει να μετράει για σένα αντίστροφα. Καληνύχτα.
-……

Ένα φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μου
είναι ο χρόνος που δεν είσαι πια μαζί μου
είναι όλα αυτά που σκέφτομαι και λέω
αλλά βαθεία μέσα μου με δάκρυα τα καίω.
Δύο παράλληλες εικόνες στο μυαλό μου
δύο ζωές που βλέπω στο όνειρό μου.
Δεν ξέρω ποια να διαλέξω και να ζήσω
και πότε θα μπορώ να αποφασίσω.
Ό,τι και να ζήσω λάθος θα λέω κάνω
κι η άλλη η ζωή ταίριαζε στο πλάνο.

Σε 6 μέρες θα μετράμε με νέο χρόνο. Δεν μπορώ τις αποκοπές. Έχω πρόβλημα στο να τραβήξω μία μικρούλα γραμμή και να ολοκληρώσω τον κύκλο. Τον κάθε κύκλο που σχηματίζεται στη ζωή μου. Καλό, κακό, μεγάλο, μικρό, κόκκινο, μαύρο, μπλε, μωβ, ερωτικό, φιλικό, επαγγελματικό, μαθητικό, οικογενειακό, οικονομικό.
Ο Δεκέβριος θα έπρεπε να διαρκεί 2 φορές παραπάνω. Γιατί να έχουμε 2 μισθούς και να μην έχουμε άλλες 30 μέρες, έτσι για κάβα; Δεν καταλαβαίνω, αφού ο χρόνος είναι χρήμα, είναι και το χρήμα χρόνος;
Αποχαιρετώ με λύπη το 2007 όπως και να ήταν, αποχαιρετώ με λύπη κάθε χρονιά, σα να ήταν ένα ακόμη δέρμα μου που πρέπει να αφήσω πίσω μου.
Υγεία, αγάπη, χαρά και δημιουργία σε όλους!!!!!

λόγω έλλειψης εικόνων. Αντικατοπτρισμοί λόγω απουσίας. Αντανακλάσεις ασυνείδητου για να γεμίζει το μυαλό.
Όνειρα για να ξυπνάς με νέες αναμνήσεις που κουβαλούν παλιά, γνώριμα αρώματα.
“Χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε” έλεγε ο Σαββόπουλος. Κι εμείς το ίδο αλλά πλέον είναι παρελθόν κι αυτό.
Στις γιορτές, έχουν όλοι να το λένε, οι απουσίες φαίνονται και βαραίνουν πιο πολύ από τις παρουσίες.
H αόρατη επικοινωνία όμως είναι εκεί και σου δίνει ανταπόκριση ψευδαίσθησης. Και εσύ απλά μένεις να αναρωτιέσαι, μέχρι πότε θα πηγαινοέρχονται τα αφανέρωτα ταχυδρομικά περιστέρια….

Βράδυ Τετάρτης. Περπατάς μόνη μέσα στο κρύο, στην άσφαλτο που καίει. Ακούς ξεχασμένες μουσικές στα παλιά σου ακουστικά “Τετάρτη βράδυ απολυτήριο και τρένο και να σε πνίγει ένα παράπονο θολό, Τετάρτη βράδυ είναι το σπίτι μου πιο ξένο, στέκομαι απέξω και δε θέλω πια να μπω…”
Τι να κάνεις τέτοιες ώρες; Τι να πεις και σε ποιον να μιλήσεις; Με τι φωνή να τα πεις; Ποιος θα ακούσει τα τόσο χαμηλά ντεσιμπέλ σου;
Κουράστηκες, είναι αλήθεια.
Το μόνο που σου έμεινε είναι να περπατάς και να σκέφτεσαι, με κάθε ευκαιρία. Νύχτωσε απότομα και βαριά. Ο αέρας σηκώθηκε και πήρε μαζί του φόβους και δισταγμούς.
Στέκεσαι μπροστά σε μια μυστήρια σκάλα. Κάτι σε τραβάει εκεί. Είναι ο ήχος κάποιου παλιού ακορντεόν. Είναι συγκινητικό. Κάποιος μες τη νύχτα παίζει ακορντεόν. Δεν ακούς τέτοιους εξευγενισμένους ήχους σε αυτή την πόλη. Μένεις εκεί να ακούς και να φαντάζεσαι τον μουσικό να παίζει για την καλή του το αγαπημένο τους κομμάτι. Τέτοια ώρα περασμένη σίγουρα μαζί θα της θα είναι, σκέφτεσαι.
Ο ήχος δυναμώνει, η μελωδία γίνεται πιο έντονη. Αρχίζεις να χορεύεις ανεβαίνοντας τη σκάλα που οδηγεί σε ένα φωτεινό παράθυρο.
Δε θέλεις να κοιτάξεις, αποφεύγεις το βλέμμα του οποιουδήποτε κρύβεται πίσω από αυτή τη μαγεία.
Η πόρτα ανοίγει και ξεχύνεστε μαζί σε ένα χορό διάρκειας τριών μόνο λεπτών. Σε λίγο όλα ξαναγίνονται όπως πριν.
Θέλεις να περπατάς όλη νύχτα. Γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο μόνοι; Γιατί φοβούνται τόσο την επαφή;


Είναι μια κρίσιμη καμπή, τέλειο δεν υπάρχει, έχεις πια κουραστεί πολύ, μόνο η αγάπη υπάρχει.
Στα ανοιχτά βρες να πιαστείς σανίδα σωτηρίας, πλώρη για εκεί που είναι ο καπνός σημείου αφετηρίας.

Φωνή γνωστή άγνωστη φωνή,δικιά μου ξένη, ούτε σωστή ούτε λάθος, σαν ειμαρμένη φωνή, γλυκιά μου μάνα αγαπημένη.

Είναι μια κρίσιμη στιγμή που ο γκρεμός ανθίζει μα εσύ δεν ξέρεις τι ζητάς δεν ξέρεις τι σου αξίζει. Αχ ο οδοιπόρος αχ μια ευχή και που να βρει για να’ χει, φύγε για αλλού μόνο η αγάπη υπάρχει.

Στίχοι , μουσική: Ορφέας Περίδης

ΤΟΠΟΣ
-Από το παραθυρό μου ευτυχώς ακόμη βλέπω την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, απέναντι στο χωριό σου.
-Από τα βορινά παράθυρα του δικού μου σπιτιού βλέπω όλο το δικό σου χωριό.
-Όχι, εγώ έχω μόνο οπτική της εκκλησίας. Από παιδί άνοιγα τα μάτια μου και έβλεπα αυτή την εκκλησία. Είναι πολύ όμορφη εκκλησία.

(Από μικρή ήθελα ένα παιδικό όνειρο να γίνει πραγματικότητα. Να παντρευτώ τον ιππότη μου σε αυτή την εκκλησία)

ΧΟΡΟΣ
-Καλώς τες.
-Μα πώς ξέρεις τα βήματα;
-Δεν τα ξέρω. Είναι μέσα μου.
-Μη στριφογυρίζεις, ζαλίζομαι.
-Πόσο κοντά είναι η Αρκαδία με τη νότιο Ιταλία;
-Το τσάμικο με την ταραντέλλα εννοείς;
-Ναι.
-Όσο ο Πάνας με τη θεά Αφροδίτη.

ΧΡΟΝΟΣ
-Πότε γνωριστήκαμε;
-Δε θυμάμαι να σ’έχω δει. Εσύ με θυμάσαι;
-Δε σε θυμάμαι αλλά μπορεί να έχουν ειδωθεί τα βλέμματά μας.
-Έχεις δει πολλά, ε;
-Δεν αποκλείω τίποτα.
-Γιατί ήρθες εδώ;
-Όλο ερωτήσεις είσαι.
-Τι σε έφερε εδώ;
-Η μουσική.
-Από πού κι ως πού;
-Εσύ με ρωτάς αυτό;
-Έχεις δίκιο. Ασχολήθηκα με αυτή τη μουσική γιατί με συγκινούσε, μιλούσε βαθειά μέσα μου. Εσύ;
-Ακούω αυτή τη μουσική γιατί με συγκινεί, μιλάει βαθειά μέσα μου.

Κυριακή, φως, κρύο, γέλιο, βλέμματα, χαμόγελα, νέοι άνθρωποι, παλιές μουσικές, νέοι τόποι, νέοι ορίζοντες.
Καλή εβδομάδα!


και εσύ να επιμένεις να επστρέφεις, να μην φεύγεις. Η έκπληξη ήταν μια λέξη που θαύμαζα τόσο ετυμολογικά όσο και σημασιολογικά, ως πράξη ως έννοια, ως πραγματικότητα.
Κι εσύ το κατάλαβες από την αρχή. Ήθελες να δεις πόσο θα σε αντέξω και μετά μου φανέρωσες όλες τις διαστάσεις σου. Με φώτισες, με γέμισες, με έκανες να χαμογελάω ξανά και ξανά. Είδα αλλίως τη ζωή. Είδα τη ζωή.
Άρχισες να με εκπλήσσεις και δε σταματάς. Είδες ότι πιάνει το “κόλπο” και μόνο έτσι μπορείς να με κρατήσεις δίπλα σου. Όχι ότι δε θα έμενα μαζί σου αν δε με προκαλούσαν οι εκπλήξεις σου αλλά είναι αλήθεια ότι με έχεις κερδίσει στα σημεία. Ίσως να το χω κάνει κι εγώ αυτό κάπου σε σένα και να μην το γνωρίζω, αλλά αυτή ειναί η μαγεία.
Κάποια πράγματα καλό είναι να μην συζητώνται να μην ειπώνονται να υπάρχουν σα μυστική συμφωνία ή ασυμφωνία. Το χω μάθει καλά αυτό από περασμένες δοκιμασίες από άλλους ανθρώπους.

ώρες ώρες σκέφτομαι και φοβάμαι πως “όπως ήρθες ξαφνικά κάποτε από το πουθενά, έτσι ξαφνικά θα επιστρέψεις”. Τι να πεις, εξομολογημένοι φόβοι…

Ώρες ώρες είναι σαν να τον ακούς να λέει:

“Ας είσαι ευτυχισμένη, ας είσαι ευτυχισμένη, και μόνον που υπήρξες για μένα και μόνον που υπήρξες”

Β. Μαγιακόφσκι

17 Νοεμβρίου 2007

“…παρακαλάνε για μιαν αγκαλιά και όχι για μιαν επανάσταση”

“Λες και τρώμε το χειμώνα παγωτό, λες και πέφτουμε σε τοίχους με 100 έτσι ανάποδα λυγάει το βράδυ αυτό του νου τη βέργα”…

Λατρεύω το παγωτό. “Το παγωτό δεν είναι γλυκό, έχει πολύ γάλα, φάε όσο θες”, μου λεγες σα να ήθελες να νιώσεις ενοχές που τρελαινόσουν για τα βαρβάτα γλυκά!
Χθες ήταν και για μένα μια δύσκολη μέρα. Ξύπνησα στις 6, επέστρεψα στις 7 το απόγευμα. Όλη μέρα εκτός σπιτιού, κοιμήθηκα από τις 9.

Το πρωί ξύπνησα με χαρά αλλά το κοντέρ της σκέψης μου κολλημένο σε σένα. Δεν έδωσα σημασία, πρωί είναι θα περάσει, είπα. Μία ώρα μετά, καθώς ετοιμαζόμουν να κατέβω με το μετρό από Μοναστηράκι στο Σύνταγμα πήγα να λιποθυμίσω. Χωρίς λόγο. Θυμόμουν που ήρθες μούσκεμα από τη βροχή στη Φιλελλήνων. Θυμόμουν ότι με θεωρείς παρανοϊκή. Θυμήθηκα ότι και να εξακολουθούσαμε να μιλάμε δε θα άλλαζε τίποτε για μένα. Αποφάσισα και κατέληξα στο δεδομένο που παλιά ήταν το ζητούμενο: αν δεν μπορούμε να είμαστε μαζί, δεν έχει κανένα νόημα για μένα. Εσένα σε θέλω μόνο για μένα, οπότε όλα τα άλλα είναι απλώς θεωρίες, μαλακίες και καταπιεσμένες καταστάσεις, αρρώστια που δεν τη θέλω στη ζωή μου.
Μετά από αυτή μου τη σκέψη- ή όλα ή τίποτα- ηρέμησα και σ’έβαλα στη θέση σου για το υπόλοιπο της ημέρας.
Σήμερα όμως βρέχει και φυσάει πάρα πολύ. Αυτά τα στοιχεία της φύσης μου θυμίζουν διακιωματικά πάλι εσένα. Η γιαγιά μου τώρα θα ανησυχεί γιατί ο παππούς μου έχει πάει στο καφενείο χωρίς να έχει πάρει ομπρέλα ούτε καν κασκέτο, εσύ θα έχεις πάει δίπλα να πάρεις γλυκά φυσικά χωρίς ομπρέλα και όλοι οι υπόλοιποι κοιμούνται ή απλώς παρακολουθούν τη βροχή. Δεν ανησυχώ για κανέναν, ούτε καν για σένα.
Αν ήμασταν μαζί ίσως τώρα να βγαίναμε στη θάλασσα για ένα σουρεαλιστικό τσιγάρο.
Έφτιαξα τσάι το πρωί, με γεύση βανίλια, δεν μου πολυαρέσει, θα θελα κάτι πιο πικρό αλλά δεν είχα κάτι άλλο. Τώρα πίνω καφέ και τρώω σοκοφρέτα. Ακούω ότι το διάλειμμα κρατάει δυο ζωές και ξενερώνω γιατί αυτό ισχύει.
“Σε ποιο δωμάτιο έχει η αγάπη μας κλειστεί να δώσω μια και να ραγίσω το ντουβάρι, όχι, καρδούλα μου, δε λέω πως φταις εσύ θέλω να πω πως σ’ αγαπώ που να με πάρει”
Προχθές ήρθαν από τη δουλειά και μου άφησαν μία αφήσα για ένα Πανελλήνιο Συνέδριο Μοριακής Βιολογίας, 7-9/12 στην Αθηναΐδα, εκεί που πέρσι είχαμε δει τη Σπείρα Σπείρα.
Πώς σου φαίνεται που εξακολουθώ να δίνω το παρόν από αυτές τις γραμμές; Εσύ γιατί πάλι μένεις άπραγος; Τι φοβάσαι;
“Σήμερα δεν ήθελα πολλά, σήμερα δεν ένιωθα καλά, σήμερα μιλούσα λίγο κάπως έτσι καταλήγω”
“Να κοιμηθούμε αγκαλιά…”
“Αν αλλιώς δεν περνάει θα το πω κι ας πονάει δεν υπήρξες ποτέ”


Σήμερα έχεις γενέθλια. Όλη μέρα δεν κατάφερα να έρθω να σε δω. Μ’ έχει πιάσει μια χειμωνιάτικη βαρεμάρα, δεν έχω όρεξη να βγαίνω. Μου αρκεί να κοιτάζω έξω από το παράθυρο και να σε σκέφτομαι.
Απο χθες όμως η σκέψη μου έχει κολλήσει σε ένα πράγμα. Θα ήμουν πολύ πιο πλήρης και χαρούμενη αν σε γνώριζα από παιδί. Γι αυτό με βλέπεις να χάνομαι ώρες ξεφυλλίζοντας ξανά και ξανά τα παιδικά σου άλμπουμ. Αυτές τις φωτογραφίες δεν τις χορταίνω. Είναι απίστευτο πόσο ίδιος είσαι ακόμα και σήμερα. Πόσο καλός και πόσο εσύ είσαι.
Θα ήθελα να σε ξέρω πολύ περισσότερα χρόνια, θα ήθελα να σε είχα ζήσει από την αρχή σου.
Να είσαι καλά, όπως τώρα, υγιής και καλοσυνάτος, γεμάτος αγάπη και κατανόηση. Όσα άλλα θέλεις θα έρθουν.

Σ’αγαπώ πολύ.

” Όνειρο είναι η ιστορία μας,καρδιά μου, τα ξωτικά γυρνούν τις νύχτες συντροφιά μου “

Το σπίτι του πάντα μου άρεσε, ίσως πιο πολύ και από εκείνον. Είχε μία ατμόσφαιρα, όπως όλα όσα τον περιτριγύριζαν. Ζούσε σε ένα σκηνικό που κουβαλούσε σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωή του.
Το σπίτι του ήθελε κάποιες αλλαγές. Δεν ξέρω σε τι κατάσταση είναι πια, αν έγινε ξανά από την αρχή, αν τα σχέδια έμειναν σχέδια. Τίποτα. Μόνο σκέψεις και υποθέσεις.
Ξέρω ότι θα βρίσκεται πάντα πίσω από τη σκιά του πατέρα του κι ας μην του έδινε σημασία κι ας έκανε πως δεν τον υπολόγιζε. Όλη του τη ζωή έχει χτίσει ασυνείδητα πάνω στα βήματά του, στο ήθος του και στην καλλιέργειά του. Όλα αυτά τα έχει κάνει δικά του. Έχει πλήρως αναπαράγει την εικόνα του πατέρα του. Πόσο όμορφα χρόνια έχει να σου διηγείται. Εϊναι κάτι τόσο παρήγορο και τόσο σημαντικό. Είναι κάτι που σου θυμίζει άλλες εποχές ξεχασμένες. Σταθερές αλλα θαμένες πλέον αξίες. Όλα αυτά όως πέρασαν και έφυγαν.
Τι σχήμα έχει η συγγνώμη;
Τι σημασία έχει μια συγγνώμη όταν δεν συνοδεύεται από έστω μία πράξη μεταμέλειας;
Ερωτήματα πολλά που ξυπνούν όταν ο καιρός δροσίζει, όταν ο καιρός κρυώνει και θυμάμαι εσένα και το κρύο σου, τον πάγο σου και εσένα. Εντάξει, σίγουρα είχες και εσύ τη ζεστασιά σου, σε στιγμές που δεν το περίμενε κανείς. Ήταν λίγη η ζεστασιά που έβγαζες ώστε έκανε εντύπωση.
Είμαι εδώ ακόμη.
Ωραία περάσαμε προχθές. Είναι σημαντικό να καταργείς το χρόνο και εμείς ακόμα ο κατορθώνουμε, έτσι για πλάκα.
Σε όσα πράγματα γράφω δεν πρόκειται να ανακαλύψει κανείς μία και μόνη αλήθεια. Όλα μπλέκονται μέσα μου, πολλές αλήθειες μαζί γίνονται μία αλήθεια που δεν υπάρχει αυτούσια, πολλές αλήθειες μαζί γίνονται ένα ψέμα. Αυτή είναι η αλήθεια και ειλικρινά δεν ξέρω τι σχήμα έχει.

Νέες καταστάσεις, παλιές σκέψεις, νέα και παλιά συναισθήματα. Όλα μαζί και τίποτα. Ως συνήθως.
Φύλλα πεσμένα οι σκέψεις πια. Σε λίγο θα αρχίσουν να μυρίζουν από τα πολλά βήματα που έχουν περάσει από πάνω τους και από την πολυκαιρία.
Πάλι πολλή μοναξιά μαζεμένη στον καθένα χωριστά.
Μείναν λίγοι και καλοί, και ευτυχώς.
Σήμερα το βράδυ μετά από πολύ καιρό το πρόγραμμα έχει σινεμαδάκι. Ειδικά τις χειμωνιάτικες νύχτες σε πάει αλλού η ατμόσφαιρα της μεγάλης αίθουσας.
Θα σας βρω όλους εκεί.
καλό χειμώνα να χουμε!

Αχ και να άδειαζαν οι δρόμοι απ’ όλους.
Τότε ίσως να έβγαινα να πάω μία ήσυχη βόλτα.

στις 28 οκτωβρίου η γιαγιά μου και ο παππούς μου θα έκλειναν 60 ή 61 ή 62 χρόνια γάμου. χθες βράδυ, λίγο μετά τις 9 η αδελφή μου με τρεμάμενη φωνή μου ανακοίνωνε πως ο παππούς την “έκανε”. κι ύστερα ξέσπασε σε κλάμματα. “έλα, αφού το ξέραμε. μην κάνεις έτσι, σε παρακαλώ”, είπα. κι ύστερα πάγωσα. το ξέρω πως είχα σχηματίσει ακαριαία μια περίεργη κρούστα γύρω μου. πάγωσα. οι παλμοί μου αντιστρόφως ανάλογοι της αδιαφορίας που με έλουσε από πάνω μέχρι κάτω. η ζωίτσα με κοίταξε με περιέργεια, αλλά συνέχισε να μου κάνει πλάκα. δεν είχε ακούσει. γύρισα ξανά στο γραφείο, έκατσα, πέταξα το κινητό μακριά μου, να διώξω το κακό. “πάει κι ο παππούς, τελείωσε”, είπα. εκείνη με κοίταξε όχι τόσο με περιέργεια όσο με απέχθεια, σαν να ήθελε να μου πει “πέθανε ένας άνθρωπος κι είσαι έτσι;”. τι σημασία έχει; αφού κανείς δεν ξέρει. έψαξα ψύχραιμα για το γραφείο τελετών που μου ζήτησαν. βρήκα το τηλέφωνο και πήρα πίσω την αδελφή μου. αν κάποιος μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε μέσα μου θα με φοβόταν πολύ περισσότερο για τη θλίψη παρά για την κρούστα αδιαφορίας που είχα. λυπάμαι, αλλά κάποια πράγματα είναι τεράστια για να τα κατανοήσει το μικρό μου μυαλό. τα βλέπει απλώς και μόλις τα βλέπει σταματά. δεν έχει να πάει ούτε μπρος ούτε πίσω. σταματά κι αλλάζει θέμα. αυτό που μου συμβαίνει είναι βαθιά προσωπικό. δε θα ζητήσω από κανέναν να το καταλάβει ή να το ερμηνεύσει ή να ταυτιστεί. στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος να κάτσω να τα γράψω, αλλά ας πούμε πως εξιλεώνομαι που τις δύο εβδομάδες που ο παππούς ήταν άρρωστος αρνήθηκα να τον δω, κι ας μου έλεγαν ότι με ζήτησε, ή ας πούμε πως είναι πρωτιμότερο να ψυχαναλυθώ εδώ παρά σε κάποιο chatroom ή πως αργεί η επόμενη συνεδρία με την ψυχαναλύτριά μου, παρότι δε με χωρίζουν παρά μόνο εννέα ώρες και πενήντα λεπτά από τη στιγμή. ο παππούς φλέρταρε πια με τα ενενήντα. ίσως και να τα είχε περάσει, κανείς δεν ξέρει. ήταν ένας από εκείνους τους ανθρώπους που δεν ήξεραν πότε είχαν γεννηθεί. μια φορά είχε τύχει να δω την ταυτότητά του κι έγραφε πως είχε γεννηθεί την 1/1/1920. πλασματική ημερομηνία, έτσι, για να γράφει κάτι το γαμώχαρτο. ο παππούς ήταν από εκείνους τους παππούδες που αναλαμβάνουν να κάνουν διακοπές με τα μικρά τους εγγόνια. και τους κάνουν όλα τα χατίρια. που τους έπαιρναν δύο παγωτά, γιατί δήθεν το ένα τους έπεσε κάτω, που τους αγόραζαν τις περίφημες τσίχλες σε σχήμα εικοσάδραχμου και τα γύρναγαν στην παραλία πάνω στους ώμους τους, παραφουσκωμένοι από περηφάνια. ο παππούς μου ήταν εκείνος που άθελά του μου έδωσε μια δυνατή σπρωξιά προς τη ζωή, όταν ακόμη καλά καλά δεν είχα διαβεί το κατώφλι της πρώτης δημοτικού. κράτησε το θάνατο για τον ίδιο κι έμεινε, έπειτα από πολύ καιρό, όταν πια μεγαλώναμε και παίζαμε στην αυλή, τότε που επίτηδες τον εκνευρίζαμε για να μας βάζει τις φωνές και δήθεν να μας κυνηγά, να μας κοιτά άλλοτε με χαρά κι άλλοτε με θλίψη. ο παππούς δεν ήθελε ποτέ να φτάσει στην κατάσταση που ήταν την τελευταία εβδομάδα. δε φανταζόταν ποτέ τον εαυτό του καθηλωμένο σ’ ένα κρεβάτι, να μην μπορεί να μιλήσει, να περπατήσει, να κάνει τα δικά του, να αφηγείται τις ιστορίες του. θα προτιμούσε να απέχει, πάντα προτιμούσε να απέχει τα τελευταία χρόνια. σαν να μην ήθελε να ξέρουμε πως είχε κουραστεί πια να αφηγείται τις ιστορίες με τους γερμανούς, με το σπίτι που το κατάπιε το ποτάμι, με τα δύσκολα αλλά μ’ ένα μυστήριο τρόπο όμορφα για εκείνον για χρόνια. καθόταν πάντα στην ίδια καρέκλα, χρόνια στην ίδια καρέκλα στην αυλή και μας παρατηρούσε. να περνάμε, να φεύγουμε, να επιστρέφουμε. και διάβαζε. πάντα διάβαζε κάτι. είχε ρωτήσει μάλιστα πού δουλεύω, πού γράφω. δεν ξέρω αν ποτέ κάτι απ’ όσα έγραφα του κίνησε το ενδιαφέρον να το διαβάσει. δε μου είπε ποτέ. ούτε και τον ρώτησα. πριν από κανένα μήνα αποφάσισα να πλύνω το αυτοκίνητό μου στην αυλή. είχα να το κάνω χρόνια. κι ήταν τόσο περίεργο το αίσθημα. ο παππούς έβλεπε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, η γιαγιά μπαινόβγαινε στο σπίτι και λέγανε τα δικά τους, ο σκύλος γυρνούσε μέσα στα νερά, η μάνα μου στο μπαλκόνι, ο πατέρας μου έψαχνε το δικό του ρόλο. ήταν ένα ωραίο απόγευμα. κι ένιωσα πως αυτή την ηρεμία δε θα την ξαναζούσα ποτέ. κι έτσι κι έγινε. από ‘δω και πέρα η γιαγιά θα κοιμάται μόνη τα βράδια, θα φτιάχνει μόνη της καφέ το πρωί, θα αφήνει τα φώτα αναμμένα, όπως απόψε, θα μαγειρεύει για έναν, θα μαζέψει τα ρούχα του και θα προσπαθήσει να ξεχάσει. όλοι θα προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε ή έστω να συμβιβαστούμε με την καινούρια πραγματικότητα που θα έχουμε μες στα πόδια μας από αύριο. και την επόμενη φορά που θα μαζευτούμε να φάμε όλοι μαζί θα έχουμε μια ιστορία λιγότερη να ακούσουμε, μια από τις χιλιοειπωμένες εκείνες ιστορίες που πάντα ακούγαμε ενώ ξέραμε το τέλος τους μέχρι να τελειώσουν οι “μεγάλοι” τον καφέ. κι εγώ που αύριο θα πρέπει να σκουπίσω τα δάκρυά μου και να μη δείξω το παραμικρό, γιατί πρέπει να αντέξουν οι άλλοι, να μείνουν ψύχραιμοι, θα θυμάμαι για πάντα την αγωνία του παππού όταν τον αύγουστο του 1987 στιφογυρνούσα στα πόδια του μέσα σ’ ένα ταξί που κανείς δεν ήξερε πού θα μας βγάλει. ούτε εκείνον ούτε τη γιαγιά ούτε κι εμένα. θα ήθελα να τηρούσα τη συμβουλή σου και να μην καπνίζω παραπάνω από ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα. θα ήθελα να μην είχα βαρεθεί να σου αγοράσω τα καρέλια σου όταν μου το ζήτησες. θα ήθελα πραγματικά κάποια μέρα να γίνω τόσο γενναιόδωρος άνθρωπος όσο εσύ και να ‘χω ένα τόσο πολυμήχανο μυαλό όσο το δικό σου. κι ας φοβήθηκα να σε δω, όταν το ζήτησες.

καληνύχτα, παππού.

Επόμενη σελίδα: »